• Αρχείο κατά κατηγορία

  • Αρχείο κατά μήνα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 20 ακόμα followers

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Νοέμβριος 2012
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Οκτ.   Δεκ. »
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    2627282930  
  • Διαχείριση

ΑΚΟΝΤΙΟΣ (ο Τζιώτης) και ΚΥΔΙΠΠΗ (η Ναξία) κατά Καλλίμαχο


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Δύο νεαροί Κυκλαδίτες, ο Ακόντιος από την Κέα και η Κυδίππη από τη Νάξο, είναι τα κεντρικά πρόσωπα μιας ξεχωριστής, ρομαντικής και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ερωτικής ιστορίας, την οποία αφηγείται ο Καλλίμαχος [σημαντικός εκπρόσωπος της Ελληνιστικής Ποίησης (323 – 30 π.Χ.)] στο 3ο Βιβλίο των απολεσθέντων Αιτίων του»….

….«Τον Καλλίμαχο τον ενδιαφέρουν κυρίως τα τοπικά έθιμα και οι σπάνιες παραδόσεις, τις οποίες τελικά φέρνει στο φως. Έτσι, στους πρώτους διασωθέντες στίχους του δευτέρου μέρους του ποιήματος, που αρχίζει τη στιγμή όπου για πρώτη φορά ετοιμάζεται ο γάμος της Κυδίππης, ο Καλλίμαχος – περίφημος παρατηρητής και εξηγητής κάθε ιδιαιτερότητας των τοπικών εθίμων – αναφέρει το έθιμο του γάμου στη Νάξο»…
Από Palmografos.com

«Ακόντιος και Κυδίππη». Μια ξεχωριστή ερωτική ιστορία

της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

«Ο Ακόντιος, ξακουστός για την ομορφιά του ανάμεσα σε όλα τα παλικάρια της Κέας, συναντά στον Ναό της Αρτέμιδος της Δήλου μια πανέμορφη Ναξιώτισσα, την Κυδίππη, και την ερωτεύεται με την πρώτη ματιά. Για να την παντρευτεί, μεταχειρίζεται ένα ευφυές σχέδιο, το οποίο συνετέλεσε ιδιαίτερα στην εξαιρετική φήμη του ποιήματος. Χαράσσει πάνω σ’ ένα μήλο τα ακόλουθα λόγια: «Ορκίζομαι στο όνομα της Αρτέμιδος τον Ακόντιο να παντρευτώ» και ρίχνει το μήλο στα πόδια της Κυδίππης και της τροφού της. Η τροφός, περίεργη, το παίρνει, παρατηρεί πως φέρει μία επιγραφή, το δίνει στη νεαρή κυρία της, την οποία και παρακινεί να το διαβάσει. Η Κυδίππη δεν υποψιάζεται την παγίδα και διαβάζει μεγαλόφωνα. Έκπληκτη και ταραγμένη κοντοστέκεται στην τελευταία λέξη. Όμως, είναι πια πολύ αργά, αφού διάβασε, παρά τη θέλησή της, τον όρκο που θα τη δεσμεύσει και που ήδη άκουσε η θεά Άρτεμις. Επιστρέφει στη Νάξο, κρατώντας μυστική την περιπέτειά της, και οι γονείς της την αρραβωνιάζουν μ’ έναν νεαρό Ναξιώτη. Αλλά η Άρτεμις, στο όνομα της οποίας ορκίστηκε η Κυδίππη, αναλαμβάνει την υπόθεση του Ακοντίου. Την παραμονή της γαμήλιας τελετής, η Κυδίππη αρρωσταίνει, ο γάμος αναβάλλεται κι εκείνη γίνεται καλά. Δύο φορές ακόμη επαναλαμβάνονται οι ετοιμασίες του γάμου, και τις δύο όμως φορές η Κυδίππη αρρωσταίνει και πάλι. Ο πατέρας της αναγκάζεται να προσφύγει στο Μαντείο των Δελφών και συμβουλεύεται τον Απόλλωνα, ο οποίος του αποκαλύπτει ό,τι ακριβώς συνέβη στη Δήλο, του παραγγέλλει δε να τηρηθεί ο ακούσιος όρκος. Ο πατέρας της Κυδίππης υπακούει στη θεϊκή εντολή, κι έτσι το πιο όμορφο παλικάρι της Κέας παντρεύεται την πανέμορφη Ναξιώτισσα»…

……………………………………………………………………………………………………

 Ο μύθος του Ακοντίου και της Κυδίππης, όπως καταγράφεται στο “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ” του Ι. Θ. Κακριδή, τομ. 3ος “Οι Ήρωες – τοπικές παραδόσεις”, εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, σ. 332-333 (Αλεξανδρινές παραδόσεις)

 «Ο Ακόντιος ήταν ένα νέο παλικάρι που έμενε στην Ιουλίδα, μία πόλη της Κέας (Τζιας). Κρατούσε από πλούσια και αρχοντική γενιά που τιμούσε ως πρόγονό της ένα γιο του Μίνωα, τον Ευξάντιο. Ο Ακόντιος ήταν και μυαλωμένος και όμορφος πολύ. Άντρες και γυναίκες τον καμάρωναν κάθε φορά που τον έβλεπαν να πηγαίνει στο σχολείο ή στο λουτρό.

Κάποτε, στο μεγάλο πανηγύρι της Δήλου, όπου οι  Ίωνες και ιδιαίτερα οι Κυκλαδίτες τιμούσαν τον Απόλλωνα με χορούς και θυσίες, έτυχε να βρίσκεται και ο Ακόντιος ανάμεσα στους θεωρούς, τους επίσημους δηλαδή εκπροσώπους του νησιού του, το πιο πιθανό σαν ένας από τους νέους που θα χόρευαν τον ιερό χορό στη γιορτή του θεού.

Μιαν από τις μέρες του πανηγυριού ο Ακόντιος, καθώς περιδιάβαζε τον ιερό χώρο, αντίκρισε ξαφνικά μπροστά του μιαν άγνωστή του κόρη, την ώρα που προχωρούσε να μπει στο ναό της  Άρτεμης. Ήταν η Κυδίππη, η κόρη του Κήυκα, που είχε έρθει από τη Νάξο για να χορέψει και αυτή με άλλες παρθένες μπροστά στο ναό της θεάς. Η οικόγενειά της καταγόταν από ένα γιο του Αθηναίου Κόδρου, τον Πρόμηθο, που σε παλιά χρόνια είχε σκοτώσει τον αδελφό του τον Δαμασίχθονα και είχε καταφύγει στη Νάξο.

Και η Κυδίππη ήταν μυαλωμένη και όμορφη, τόσο μάλιστα που από μικρή ακόμα, όταν την έβλεπαν να πηγαίνει στην πηγή για νερό ή να χορεύει με τις φιλενάδες της, και το πρόσωπό της να λάμπει σαν την αυγή, πολλές μητέρες τη ζητούσαν νύφη για τους γιους των προσφέροντας βόδια πολλά στους γονείς της. γιατί ήταν ακόμη τα χρόνια που ο γαμπρός αγόραζε τη νύφη από τον πατέρα της, και η συνηθισμένη προσφορά ήταν βόδια.

Μόλις ο Ακόντιος την είδε να μπαίνει στο ναό, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και ένιωσε την ίδια στιγμή να φουντώνει το πάθος μέσα του. Δεν ήξερε ακόμα ούτε το όνομά της, και όμως έπρεπε να βρει τρόπο να μην τη χάσει. Από πονηριές δεν ήξερε ο αθώος νέος, τώρα όμως ο θεός Έρωτας τον φώτισε να καταφύγει σ’ ένα πολύ έξυπνο τέχνασμα. Έκοψε βιαστικά από το άλσος της Άρτεμης ένα κυδώνι και χάραξε πάνω του τη φράση: «Ορκίζομαι στην Άρτεμη πως θα παντρευτώ τον Ακόντιο!». Έπειτα άφησε το κυδώνι να κυλήσει μπροστά στα πόδια της Κυδίππης, που βρισκόταν πια μέσα στο ναό. Μια από τις σκλάβες που συνόδευαν την κόρη σήκωσε το κυδώνι, απόρησε με τα χαράγματα πάνω του – γράμματα δεν ήξερε – και έπειτα το έδωσε στην κυρά της. Εκείνη, στη δικαιολογημένη περιέργειά της, το διάβασε, καθώς όμως οι αρχαίοι  Έλληνες δεν διάβαζαν ποτέ από μέσα τους, ο όρκος της πως θα παντρευόταν τον Ακόντιο, που ούτε καν ήξερε ποιος είναι, ακούστηκε δυνατά μέσα στο ναό. Η κόρη στη ντροπή της πέταξε αμέσως το κυδώνι από τα χέρια της, νομίζοντας πως κάποιος άγνωστός της της είχε παίξει το άνοστο αυτό παιχνίδι. Αδιάφορο! Ο όρκος είχε δοθεί επίσημα, ας είναι και άθελά της.

Γυρνώντας ο Ακόντιος στο νησί του δεν μπορούσε να ξεχάσει την κόρη. Περνούσε τις νύχτες του άγρυπνος και όλο και έβρισκε προφάσεις για να φεύγει από το σπίτι, να τρέχει στις εξοχές και να χαράζει το όνομα της αγαπημένης του – στο μεταξύ το είχε μάθει – πάνω στους κορμούς των δέντρων.

Ας αφήσουμε τώρα τον Ακόντιο και ας έρθουμε στην Κυδίππη. Η κόρη δεν είχε δώσει σημασία στο επεισόδιο, γι’ αυτό και δεν είπε τίποτε στους γονείς της. Όταν γύρισαν στη Νάξο, ο πατέρας της την αρραβώνιασε με κάποιο αρχοντόπουλο του νησιού, και η Κυδίππη δεν είχε καμιά αντίρρηση. Οι ετοιμασίες του γάμου προχώρησαν γρήγορα, την παραμονή το βράδυ όμως η Κυδίππη έπεσε βαριά άρρωστη από επιληψία και παραλίγο να πεθάνει. Ο γάμος χρειάστηκε να αναβληθεί. Μόλις έγινε καλά, όρισαν καινούρια μέρα για τους γάμους, και οι γυναίκες άρχισαν να στολίζουν το νυφικό κρεβάτι και πάλι όμως η νύφη έπεσε άρρωστη από πυρετούς, που τη βασάνισαν επτά ολόκληρους μήνες. Την τρίτη φορά. όταν οι γονείς της είχαν αρχίσει να ελπίζουν πως θα έβλεπαν πια την κόρη τους να παντρεύεται, η Κυδίππη έπεσε πάλι στο κρεβάτι, καθώς την έπιασαν ρίγη που δεν έλεγαν να σταματήσουν.

Τότε πια ο πατέρας της κατάλαβε πως κάποια θεϊκή δύναμη αντιδρούσε στο γάμο της κόρης του και έτσι κίνησε να πάει στο μαντείο των Δελφών να μάθει από τον Απόλλωνα τι συμβαίνει. Του θεού η φωνή ακούστηκε από το άδυτο του ναού, καθαρή και απαρεξήγητη αυτή τη φορά: – Αυτό που δεν αφήνει την κόρη σου να παντρευτεί με τον νέο που της διάλεξες, είναι ο βαρύς όρκος που έδωσε η ίδια στην αδελφή μου την Άρτεμη, που έτυχε μάλιστα τον καιρό εκείνο να βρίσκεται στη Δήλο και τον άκουσε με τα αυτιά της. Αν θέλεις να με ακούσεις, πάντρεψε την με τον Ακόντιο, και ας μην έχεις ακουστά ως τώρα ούτε το όνομά του. Ο Ακόντιος είναι και στο χαρακτήρα και στην ομορφιά θησαυρός ανεκτίμητος. Και αν συ το έχεις καμάρι πως κατάγεσαι από τον Κόδρο, όμως και ο Ακόντιος έχει τον Μίνωα πρόγονο, και η γενιά του, οι Ευξαντίδες, είναι ιερείς του Αρι σταίου Δία.

Με αυτή την απάντηση του δελφικού θεού ο πατέρας της Κυδίππης γυρίζει στη Νάξο γεμάτος απορίες: πού είχε γνωρίσει η κόρη του αυτόν τον Ακόντιο; Και πότε πρόφτασε να τον αγαπήσει τόσο, ώστε να πάρει όρκο μέσα στο ναό της Άρτεμης πως αυτόν ήθελε για άντρα της, κανέναν άλλον; Και γιατί τότε είχε δεχτεί αδιαμαρτύρητα να αρραβωνιαστεί τον άντρα που της είχε διαλέξει εκείνος; Το πρώτο λοιπόν που έκανε μόλις την είδε, ήταν να της ζητήσει να του λύσει το μυστήριο. Εκείνη του αποκρίθηκε πως τον νέο που της έλεγε δεν τον είχε δει ποτέ στα μάτια της ούτε είχε ακούσει τίποτα γι’ αυτόν, και έπειτα του ιστόρησε τι είχε γίνει τη μέρα εκείνη στο ναό της Δήλου.

Μια και η Κυδίππη δεν μπορούσε να λυθεί πια από τον όρκο της και ο θεός είχε εγγυηθεί για το γαμπρό, άλλο δεν έμενε στους γονείς της από το να καλέσουν τον Ακόντιο στη Νάξο και να τον παντρέψουν με την Κυδίππη. Η νύφη είχε στο μεταξύ ξαναβρεί την υγεία της, και οι γάμοι έγιναν με τραγούδια και χαρές. Οι απόγονοι τους, οι Ακοντιάδες, ζούσαν ως τον 4ο ακόμα αιώνα στην Ιουλίδα, τιμημένοι από όλο τον κόσμο.

 ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ

Την ιστορία του Ακοντίου και της Κυδίππης την πραγματεύτηκε ποιητικά πρώτος ο Καλλίμαχος, που την είχε βρει, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, σ’ έναν χρονογράφο από την Τζια, τον Ξενομήδη (μέσα του 5ου αιώνα). Ο τρόπος που την εξιστορεί δείχνει πόσο, σαν ποιητής που ήταν, την πλούτισε στις λεπτομέρειες. Οπωσδήποτε, έχουμε να κάνουμε με μία τοπική παράδοση, που οι πιο παλιοί ποιητές είχαν απαξιώσει να τη χρησιμοποιήσουν, μια και δεν μιλούσε για τα σπουδαία κατορθώματα των παλιών ηρώων. Ένας λόγος παραπάνω για να την εκμεταλλευτεί η αλεξανδρινή ποίηση, που της άρεσαν τα ελαφρά ερωτικά θέματα.

Η ιστορία του Ακόντιου και της Κυδίππης με το θαυμάσιο εύρημα του αθέλητου όρκου, έγινε μία από τις πιο αγαπητές παραδόσεις των υστερότερων χρόνων: Ο Αρισταίνετος στις «Επιστολές» του παραφράζει σε πεζό λόγο το ποίημα του Καλλιμάχου, ο Οβίδιος φαντάζεται τους δυο νέους να αλληλογραφούν πριν από το γάμο τους (Ηρωίδες 20. 21), ο Νίκανδρος δανείζεται το θέμα του όρκου για την παράδοση της Κτήσυλλας (σ. 347 κ.ε.),

Το κυδώνι και το μήλο είναι καρποί αφιερωμένοι στην Αφροδίτη και παίζουν μεγάλο ρόλο στα γαμικά έθιμα. Στους γάμους του Μενέλαου και της Ελένης, καθώς οι νιόπαντροι περνούν πάνω στο άρμα τους, ο λαός τους ρίχνει κυδώνια (Στησίχορος απόσπ. 10 Ρ). Και το μηλοβολείν, το να πετάει δηλαδή ένας άντρας μήλο σε μία κόρη, είναι σημάδι πως την αγαπά και της προτείνει έρωτα. Οι μυθολόγοι θυμήθηκαν και πως ο Πάρης στον αγώνα της ομορφιάς ανάμεσα στις τρεις θεές κρατεί ένα μήλο με την επιγραφή “τh καλλίστη”, που το δίνει έπειτα στην Αφροδίτη. (Βλ. τόμ. 5, Το μήλο της Έριδας και η Κρίση του Πάρη)».

Η συνέχεια ανήκει στην Επίκουρο Καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κα Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου. 

«Αυτός είναι ο μύθος του Ακοντίου και της Κυδίππης, ένας μύθος αναμφίβολα ελκυστικός και ικανός να κεντρίσει τη φαντασία των ποιητών και να αποτελέσει πηγή έμπνευσής τους. Πώς, όμως, ο Καλλίμαχος, ο μέγιστος αυτός ποιητής της Ελληνιστικής Περιόδου, ανέπτυξε τον μύθο αυτό;

Το ποίημά του, γραμμένο σε ελεγειακό μέτρο, αποτελείτο από 150 περίπου στίχους και διαιρείτο σε 2 μέρη. Το πρώτο μέρος περιείχε τη συνάντηση των δύο νέων και το ευφυές σχέδιο του Ακοντίου να ρίξει το ενεπίγραφο μήλο στα πόδια της αγαπημένης του…

Το μήλο, η σπουδαιότητα του οποίου ήταν τεράστια στην Αρχαιοελληνική Μυθολογία, θεωρείτο κυρίως ως ερωτικό δώρο και, επομένως, είχε στενότατη σχέση με τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη. Γενικά, το μήλο αποτελούσε σύμβολο ερωτικό, το δε μηλοβολεῖν (= το να ρίχνει κανείς μήλα σε κάποιον) ήταν χειρονομία ερωτικής πρόκλησης. Για παράδειγμα, στο 3ο Εἰδύλλιο του Θεοκρίτου (Κῶμος) ο ερωτευμένος γιδοβοσκός τραγουδά στην αγαπημένη του Νύμφη Αμαρυλλίδα ότι δέκα μήλα της προσφέρει και ότι αύριο θα της προσφέρει κι άλλα (ἠνίδε τοι δέκα μᾶλα φέρω… / …καὶ αὔριον ἄλλα τοι οἰσ). Ο άνδρας, λοιπόν, πρόσφερε μήλα στο κορίτσι που αγαπούσε, αλλά και το κορίτσι μπορούσε, επίσης, να ερωτοτροπεί με κάποιον άνδρα, ρίχνοντάς του μήλα, όπως, για παράδειγμα, η Γαλάτεια χτυπά με μήλα (βάλλει… / μάλοισιν) το ποίμνιο του Πολυφήμου, όπως αναφέρει ο Θεόκριτος στο 6ο Εἰδύλλιό του με τίτλο Βουκολιασταί. Στην περίπτωση του Ακοντίου, το ρίξιμο του μήλου στα πόδια της Κυδίππης δεν ήταν μόνο προσφορά δώρου αγάπης ή δήλωση ερωτικής πρόκλησης, αλλά κάτι περισσότερο. Ήταν, κυρίως, το μοναδικό μέσο με το οποίο ο Ακόντιος θα κατάφερνε – με απόλυτη βεβαιότητα – την τελική του επιδίωξη, δηλαδή τον γάμο του με τη όμορφη Ναξιώτισσα. Αν στο μήλο εκείνο δεν ήταν χαραγμένος ο δεσμευτικός όρκος, που τελικά διάβασε η Κυδίππη, πιθανόν ο Ακόντιος να μην την είχε ποτέ παντρευτεί…

Το πρώτο μέρος της καλλιμάχειας ελεγείας ίσως παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και είναι περισσότερο συναρπαστικό. Στο δεύτερο μέρος, παρόλο που η τέχνη του Καλλιμάχου δεν αποκαλύπτεται ιδιαίτερα, υπάρχει όμως το πλεονέκτημα να μας δειχθεί καθαρά η μέθοδος της εργασίας του ποιητή και να καθορισθεί η πηγή από την οποία είχε αντλήσει την αφήγησή του.

Τον Καλλίμαχο τον ενδιαφέρουν κυρίως τα τοπικά έθιμα και οι σπάνιες παραδόσεις, τις οποίες τελικά φέρνει στο φως. Έτσι, στους πρώτους διασωθέντες στίχους του δευτέρου μέρους του ποιήματος, που αρχίζει τη στιγμή όπου για πρώτη φορά ετοιμάζεται ο γάμος της Κυδίππης, ο Καλλίμαχος – περίφημος παρατηρητής και εξηγητής κάθε ιδιαιτερότητας των τοπικών εθίμων – αναφέρει το έθιμο του γάμου στη Νάξο. Το έθιμο αυτό αποτελούσε ανάμνηση του μύθου σύμφωνα με τον οποίο ο Ζευς και η Ήρα, των οποίων η ένωση (ἱερὸς γάμος) αποτελούσε για τους Αρχαίους Έλληνες το πρότυπο του νόμιμου γάμου, είχαν κατ’ αρχάς αγαπηθεί, όπως αναφέρει ο Όμηρος, εν αγνοία των γονέων τους (Ξ 296: φίλους λήθοντε τοκῆας). Αφηγείται, λοιπόν, ο Καλλίμαχος πως “ήδη η παρθένος μοιράστηκε την κλίνη της μ’ ένα αγόρι, όπως το όριζε το έθιμο, που απαιτούσε να κοιμάται η νύφη έναν προνύμφιο ύπνο με κάποιο αγόρι, του οποίου και οι δύο γονείς ζουν (σὺν ἄρσενι παιδἀμφιθαλε)”. Το έθιμο αυτό, προορισμένο να θυμίζει τους μυστικούς έρωτες του Διός και της Ήρας, το είχε ακολουθήσει η Κυδίππη, όταν αρρώστησε…

Στη συνέχεια του ποιήματος, σε μία ακόμη απαίτηση του γαμήλιου εθίμου στη Νάξο, να φέρνουν δηλαδή το πρωί της παραμονής της γαμήλιας τελετής τα σφαχτά του γάμου, συναντάμε την εκπληκτική ποιητική δεξιοτεχνία του Καλλιμάχου: “Την αυγή τα βόδια έτρεμαν από την αγωνία, βλέποντας μέσα στη λίμνη με το καθαρτήριο νερό να καθρεφτίζεται το μαχαίρι του θυσιαστή”. Το βράδυ της παραμονής του γάμου – συνεχίζει ο Καλλίμαχος – “κατέλαβε την Κυδίππη μία φοβερή ωχρότητα, την κυρίευσε δε μία ασθένεια, από την οποία θεραπεύεται κάποιος στέλνοντάς την μέσα στο σώμα των αγρίων αιγών (Ησύχιος: κατ’ αἶγας ἀγρίας∙ παροιμία λεγομένη εἰς ἀγρίας αἶγας τρέπειν τὰς νόσους) και η οποία (ασθένεια) παραλίγο να στοιχίσει στην Κυδίππη την ίδια της τη ζωή. Μια δεύτερη φορά ετοίμαζαν τη νυφική κλίνη, αλλά και πάλι το κορίτσι υπέφερε επί επτά μήνες από τεταρταίο πυρετό. Όταν για τρίτη φορά σκέφθηκαν τον γάμο, ξαφνικά η Κυδίππη καταλήφθηκε από φοβερό ρίγος”.

Μετά την λεπτομερή αυτή έκθεση και τη σημαντική πληροφορία για τον εξορκισμό της ἱερᾶς νόσου, ο Καλλίμαχος συνεχίζει την αφήγηση της ιστορίας με το ἐννύχιον ἔπος του Απόλλωνος, με την απόκριση δηλαδή που έδωσε ο Δελφικός Φοίβος στον πατέρα της Κυδίππης, ο οποίος μέσα στη νύχτα πήγε στο Μαντείο των Δελφών για να τον συμβουλευθεί. Αξιοσημείωτες είναι, στο σημείο αυτό, κάποιες ιδιαιτερότητες του μύθου της Αρτέμιδος. Συγκεκριμένα ο Απόλλων, αφού κατ’ αρχάς του αποκαλύπτει ότι εμπόδιο στον γάμο της κόρης του είναι ένας βαρὺς ὅρκος της Κυδίππης στο όνομα της Αρτέμιδος, λέγει στη συνέχεια: “Η αδελφή μου – η Άρτεμις – δεν νοιαζόταν για την τιμωρία του Λυγδάμιδος (βασιλιάς των Κιμμερίων που θέλησε να καταστρέψει τον Ναό της Εφέσου) ούτε έπλεκε (θα μπορούσε κανείς να υποθέσει την κατασκευή κάποιου ιερού αντικειμένου, π.χ. ενός καλαθιού) στο Ιερό του Αμύκλα (γιος του βασιλιά Λακεδαίμονος και της Σπάρτης, θυγατέρας του Ευρώτα) ούτε επιστρέφοντας από το κυνήγι έπλενε το σώμα της μέσα στα νερά του Παρθενίου ποταμού (ποταμός της Παφλαγονίας), αλλά βρισκόταν στη Δήλο, όταν η κόρη σου ορκιζόταν τον Ακόντιο να παντρευτεί και όχι άλλον”.

Έπειτα ο Καλλίμαχος, θέλοντας να εξάρει την ευγενική καταγωγή της Κυδίππης κυρίως και επιδιώκοντας να δώσει κάποιες πληροφορίες για τη λατρεία του Ἀρισταίου Διός, αναφέρει – πάντοτε μέσα από την απόκριση του Απόλλωνος: “Αν θέλεις τη συμβουλή μου, θα πρέπει οπωσδήποτε να τηρηθεί ο όρκος της κόρης σου∙ παίρνοντας τον Ακόντιο, θα ενώσεις ήλεκτρο με λαμπρό χρυσάφι (το ήλεκτρο – ένωση χρυσού και αργύρου, όπου δεσπόζει ο χρυσός – δεν είναι ισάξιο με τον χρυσό)”. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο Ακόντιος ήταν κατώτερος ως προς την καταγωγή από την Κυδίππη, κι έτσι εξηγείτο η επίμονη αντίδραση των γονέων της στον γάμο αυτό∙ και συνεχίζει ο Απόλλων: “Εσύ, ο πεθερός, κατάγεσαι από τον Κόδρο, αλλά και ο νεαρός από την Κέα, που θα γίνει γαμπρός σου, ανήκει στην οικογένεια των ιερέων του Ἀρισταίου Διός, του Ἰκμίου (θεός της υγρασίας, που λατρευόταν στην Κέα), οι οποίοι (ιερείς) φροντίζουν πάνω στις βουνοκορφές να καταπραΰνουν τον φοβερό Κύνα, όταν ανατέλλει, και ν’ αναζητούν από τον Δία την αύρα που κάνει να πέσουν αθρόα τα ορτύκια μέσα στα λινά δίχτυα των κυνηγών”.

Μετά από την απάντηση αυτή του Απόλλωνος, ο Καλλίμαχος διηγείται την επιστροφή του πατέρα στη Νάξο, την αποκάλυψη της ιστορίας από την Κυδίππη, όταν ερωτήθηκε από τον πατέρα της, την αποδοχή της να έρθει ο Ακόντιος στο “Νησί του Διονύσου”, δηλαδή στη Νάξο, τα τραγούδια του γάμου, που αυτή τη φορά δεν αναβλήθηκε, και την αμέτρητη χαρά του Ακοντίου…

Τέλος, ο Καλλίμαχος ολοκληρώνει την αφήγησή του, καθορίζοντας την πηγή αυτής της αφήγησης, που ήταν ο Ξενομήδης, χρονικογράφος από την Κέα, ο οποίος είχε κάποτε διηγηθεί στο βιβλίο του όλους τους μύθους του νησιού του.

Όλα αυτά τα σπάνια θέματα της πιο φημισμένης ελεγείας του Καλλιμάχου έχουν γραφεί με άνεση και συντομία, δίχως σχολαστική επιμονή. Περίφημη είναι, επίσης, η εκλεπτυσμένη επιτηδειότητα του ποιητή και στο ύφος και στη στιχουργία. Η μορφή του Ακοντίου, μέσα στο σύνολο του ποιήματος, όπως και μέσα στο διασωθέν μέρος, ήταν αυτή που δέσποζε, ενώ η μορφή της Κυδίππης ήταν αναμφίβολα αμυδρή…

Ο Καλλίμαχος δεν μετέτρεψε την Κυδίππη σ’ ένα θεατρικό ή μυθιστορηματικό πρόσωπο. Σεβόμενος αυτή την αγνή, νεανική ψυχή, άφησε εμάς να μαντεύουμε όλη εκείνη την εσωτερική της πορεία που πραγματοποιείται σιγά – σιγά: το σάστισμα, τη συγκίνηση και τη συστολή της, όταν διαβάζει την αδιάκριτη εξομολόγηση του Ακοντίου και νοιώθει να δένεται παρά τη θέλησή της με τα δεσμά, από τα οποία δεν θα μπορέσει πια να ξεφύγει∙ τη σιωπή που κρατά απέναντι στους γονείς της και την παθητική υποταγή της στη θέληση και στις αποφάσεις τους∙ τέλος, μετά την απόκριση του Απόλλωνος, την καρτερία της στη θεϊκή βούληση, αυτήν αποδοχή του πεπρωμένου, που ίσως είναι το μυστικό της ευτυχίας…

Από την ελεγεία αυτή, η οποία δίκαια θεωρήθηκε – μαζί με την Ἑκάλη – ως το αριστούργημα του Καλλιμάχου, επηρεάσθηκαν ο μέγιστος Λατίνος ποιητής Οβίδιος, στο 20ο και στο 21ο ποίημα των «Ηρωίδων» του, και ο Αρισταίνετος, επιστολογράφος του 5ου αι. μ.Χ., στη 10η «Επιστολή» του α΄ Βιβλίου του.

Σε κάποιους στίχους (ΧΧ 54 – 62) του 20ου ποιήματος του Οβιδίου, ο Ακόντιος γράφει στην Κυδίππη: “Ας ήσουν λιγότερο όμορφη∙ από το πρόσωπό σου παίρνει κάποιος τη δύναμη να γίνει τολμηρός. Να τι έχεις κάνει∙ να τι έκαναν τα μάτια σου, που οι φωτιές των άστρων είναι κατώτερές τους, και που αυτά τα μάτια υπήρξαν η αιτία της φλογισμένης αγάπης μου∙ να τι έκαναν τα ξανθά σου μαλλιά, ο φιλντισένιος λαιμός σου, τα χέρια σου, η χάρη σου, οι ντροπαλές κι αδέξιες κινήσεις σου και τα πόδια σου, που όμοιά τους φαντάζομαι πως θα ήταν τα πόδια της Θέτιδος”. Σημειωτέον ότι τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι θαύμαζαν τις ξανθές γυναίκες, που σπάνιζαν σ’ αυτούς. Γι’ αυτό και η Αθηνά, η Λουκρητία, η Ευρώπη και άλλες παρουσιάζονται από τον Οβίδιο με ξανθά μαλλιά. Επίσης, όσον αφορά στην παρουσία της Θέτιδος, θαλάσσιας θεότητας, η οποία ήταν κόρη του Νηρέως και μητέρα του Αχιλλέως, αξιοσημείωτο είναι ότι ο Όμηρος την εμφανίζει ως “θεά με πόδια από ασήμι” (Α 538: ἀργυρόπεζα Θέτις θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος).

Ο Αρισταίνετος τελειώνει την 10η “Επιστολή” του α΄ Βιβλίου του με τα ακόλουθα λόγια: “Ο καθένας από τους δύο, με μάτια γεμάτα λάμψεις, σαν άστρα που στέλνουν το φως τους το ένα στο άλλο, ευφραινόταν να βλέπει μέσα στα καθρεφτίσματα των ματιών του άλλου να φέγγει με περισσότερη λάμψη η δική του ομορφιά”.

Κι εμείς, σημερινοί επισκέπτες κι αυριανοί νοσταλγοί του ξεχωριστού αυτού νησιού, της Νάξου, αναπολώντας την ειλικρίνεια, την τρυφερότητα και την αγάπη που συναντήσαμε μέσα στα μάτια των σύγχρονων Ναξιωτισσών, θα δικαιώσουμε και τον αρχαιοελληνικό μύθο και τον Μέγιστο Αλεξανδρινό Ποιητή Καλλίμαχο, που διάλεξαν ως τόπο καταγωγής της ηρωίδας τους την πανέμορφη Νάξο».

[Σημείωση: Η πρώτη γραφή του κειμένου αυτού αποτέλεσε την ανακοίνωσή μου, κατά τη διάρκεια του Α΄ Πανελληνίου Συνεδρίου με τίτλο «Η Νάξος δια μέσου των αιώνων», που πραγματοποιήθηκε στο Φιλώτι της Νάξου, τον Σεπτέμβριο του 1992. 20 χρόνια έχουν περάσει από τότε, κι ακόμη θυμάμαι την ταραχή αλλά και τη συγκίνησή μου, καθώς ήταν η πρώτη συμμετοχή μου σε Επιστημονικό Συνέδριο. Ες αεί οι ευχαριστίες και η ευγνωμοσύνη μου στον Αγαπημένο μου Φίλο και Συνάδελφο κ. Ιωάννη Κ. Προμπονά, Ομότιμο Καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, «ψυχή» του Συνεδρίου, στην επιμονή και την ενθάρρυνση του οποίου οφείλω αυτή την πρώτη παρουσία μου μπροστά σ’ ένα πολυπληθές και απαιτητικό ακροατήριο…].

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: