• Αρχείο κατά κατηγορία

  • Αρχείο κατά μήνα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 20 ακόμα followers

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Μαΐου 2011
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Απρ.   Ιολ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    3031  
  • Διαχείριση

Ειρήνη Κονιτοπούλου – Λεγάκη (συνέντευξη)


Από το βιβλίο: Σταύρος Χ. Σπηλιάκος  «Παιχνίδια & Παιχνιδιατόροι (όργανα κι οργανοπαίχτες) του Χορού στη Νάξο, εκδ. Αντ. Αναγνώστου, Αθήνα 2003, σελ. 192-199

Συνέντευξη στο σπίτι της (Ρέντη: ΤΕ 27/11/2002)

Οι γονείς της: Μαρία Φυρογένη & Μιχάλης Κονιτόπουλος (Μωρό)

Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1931 στην Κεραμωτή της Νάξου.

Από πολύ μικρό παιδί κάθε καλοκαίρι πήγαινε με τους γονείς της στο χωριό της μητέρας της, την Κεραμωτή, ενώ μόνιμη διαμονή είχε στην Αθήνα.

Στην Αθήνα έμενε στα Κάτω Πατήσια, στα Τουρκοβούνια, στον Άγιο Θωμά στην Άνω Κυψέλη. Αυτά συνέβαιναν πριν τον Πόλεμο.

Αφού έπιασε ο Πόλεμος πήγανε οικογενειακώς στην Κεραμωτή. Με την άφιξη των Ιταλών στο νησί έφυγαν και πήγαν στον Κινίδαρο, το Γλινάδο, τη Χώρα και με την απελευθέρωση από τους Γερμανούς εγκαταστάθηκαν στο χωριό του πατέρα της, τον Κινίδαρο.

Σαν κοπελίτσα πήγε στην Αθήνα. Πήγε πάλι κάτω, ξαναήρθε, πήγαινε, ξαναρχότανε.

Σχολείο δεν πήγε. Τον καιρό που ήτανε στην Κυψέλη, ήτανε μικρή, αλλά ο πατέρας της είχε μανία, με όλη την ταλαιπωρία του ήθελε να μάθει γράμματα και την είχε βάλει σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο, στην Άνω Κυψέλη στου Καρούση. Εκεί ότι έμαθε. Πήγε μέχρι τη Β’ τάξη; Μετά, το 1940, έφυγε με την οικογένειά της για τη Νάξο. Επιστρατεύτηκαν όλοι οι άντρες για τον πόλεμο. Μείνανε οι γέροι κι οι γυναίκες στα χωριά. Δεν είχε πέσει ακόμα η πείνα και πήγε στην Κεραμωτή στην Γ’ τάξη.

Από τότε που θυμάται ο πατέρας της έπαιζε βιολί. Ήτανε η δουλειά του. Δούλευε τότε την ημέρα εργάτης και τις «καλές μέρες» δούλευε και σε μαγαζί ή σε γάμους ή γιορτές.

– Τραγούδαγες από μικρή;

Πολλές φορές όταν τραγούδαγα μικρή μόνη μου χόρευα και πολλές φορές μου ‘ρχότανε κλάμα σ’ ορισμένα τραγούδια, έτσι όπως τα λαϊκά, ού, ου… συγκινιόμουνα πάρα πολύ. Το τραγούδαγα μόνη μου και δεν μ’ ένοιαζε άμα μ’ ακούγανε. Δεν τραγούδαγα για να μ’ ακούσουνε. Τραγούδαγα γιατί το τράβαγ’ η ψυχή μου. Μου άρεσε αυτό το πράγμα τότε.

-Σ’ έπαιρνε κοντά στις δουλειές του;

Όταν ήμουνα μικρό και τύχαινε να τους έχουνε καλέσει, γιατί τότε θυμάμαι οι γάμοι γινόντουσαν μες στο σπίτι, και μ’ έπαιρνε. Ήτανε ο θείος μου ο Φλώριος, αδελφός του πατέρα μου, πού ‘παιζε σαντούρι, αδερφός του πατέρα μου, ο θείος μου ο Δημήτρης ο Φυρογένης στο λαούτο, αδερφός της μάνας μου κι ήτανε και κάποιος άλλος, Αυγουστής, ο μπάρμπας μου γιατί όλοι από την οικογένεια του μπαμπά μου όλοι ξέρανε να τραγουδήσουνε και να παίξουνε, να το πιάσουνε το όργανο και να το παίξουνε και χωρίς να ‘χουνε και μάθει ας πούμε. Και στο χορό ήτανε το κάτι άλλο η οικογένεια αυτή. Και τα παιδιά τους όλοι, όλοι. Και μ’ έπαιρνε μαζί. Ήμουνα πολύ γουστόζικο παιδί και τόσο μικρό και δεν εντρεπόμουνα κι όλα. Με κάνανε τέτοιο γούστο κι οι θείοι μου κι ο μπαμπάς μου και με βάνανε να χορέψω. Μ’ έπαιρνε πάντα μαζί του.

Όταν ήμασταν στην Αθήνα, πριν φύγουμε για τη Νάξο, θυμάμαι πράγματα από 4 χρονώ, ο πατέρας μου έπαιζε και πάντα είχε κάποιο μαθητή κάποιο παιδί από τη Νάξο και του μάθαινε βιολί και πάντα υπήρχε αυτό το πράμα μέσ’ το σπίτι. Ή άμα θέλανε να πάνε Κυριακή ή σε καλές μέρες, σε γιορτές στη δουλειά να παίξουνε ο θείος μου ο Φλιώριος  (αδερφός του πατέρα μου) με το σαντούρι, ο θείος μου ο Μήτσος με το λαούτο κι ένα παιδί που έπαιζε κλαρίνο, τον είχε βρει ο μπαμπάς μου σ’ ένα φυλάκιο του στρατού που ήτανε στη Νέα Κυψέλη παίζανε στη Λαμπρινή σ’ ένα μαγαζί τότε του Αρτέμη από την Κωμιακή. Τότε τα μαγαζιά ήτανε μικρά με βαρέλια μέσα. Τότε δεν υπήρχε το Σάββατο, ήτανε η Κυριακή. Τις Απόκριες κατεβαίνανε στου Ψειρή στο μαγαζί ενός Φιλωτίτη.

Εγώ δεν είχα τραγουδήσει σ’ αυτά τα μαγαζιά, ήμουνα πολύ μικρή, αλλά στο χορό με βάζανε όπου δουλεύανε σε κανα σπίτι, σε κανα γάμο, και με κοιτάζανε όλοι.

Την Πρωτομαγιά κάθε χρόνο στη Φιλαδέλφεια, γινότανε από τέρμα Πατησίων, όλο μέχρι τη Φιλαδέλφεια, που ήτανε χωράφια και στήνανε πάντα, κάθε χρόνο κάτι σαν τέντες κι έπαιζε ο μπαμπάς μου με τους δικούς του, με την κομπανία του κι εκεί λοιπόν με βάζανε και χόρευα. Μια φορά, αυτό δεν το ξεχνάω, που ο κόσμος είχενε σταματήσει να με βλέπει που ήμουνα τόσο μικρή και χόρευα τόσο καλά. Και θυμάμαι που με ‘χανε κεράσει εκείνα τα παστοκύδωνα, τα τρίγωνα. Τότε πρέπει να ήμουνα στα 5, 6 χρονώ.

Και μετά που μεγάλωσα, από 14 χρονών και μετά δεν ήθελε να πηγαίνω όταν ήτανε σε δουλειά. Δεν ξέρω πως την είχανε αυτή τη δουλειά τότες. Ήτανε άσκημο πράμα και δεν θέλανε τα παιδιά τους να ‘χουνε τέτοια επαφή με τα όργανα και το τραγούδι.

Τότες δεν υπήρχανε γυναίκες να τραγουδάνε ειδικά στο δικό μας το χωριό.

Στην Αθήνα ήτανε η Ρόζα και κανα δυο άλλες και θυμάμαι που τα συζητάγανε.

Μπορεί να ήμουνα μικρό, αλλά έπαιρνε τ’ αυτί μου και μ’ άρεσε να κάθομαι ν’ ακούω.

Επαγγελματικά δεν τραγούδησα καθόλου στο χωριό.

Όταν λοιπόν εγκαταστάθηκα στην Αθήνα το 1952 με ’53 μπήκα στο ραδιόφωνο και το 1955 παντρεύτηκα.

– Ενωρίτερα τι δουλειές έκανες;

Εργαζόμουνα σ’ ένα γιατρό εδώ για να του προσέχω το παιδάκι του και να σηκώνω και το τηλέφωνο για τη δουλειά του.

Και στη θεία μου, την αδερφή της μητέρας μου, πού ‘χε κάνει δυο – τρία μωρά και ξεθάρρεψα κι ήρθα στην Αθήνα, σαν δικαιολογία δηλαδή γιατί ο πατέρας μου δεν ήθελε να φύγω απ’ το χωριό.

Το 1952 βρίσκομαι στην Αθήνα και ακούω στο ΕΙΡ την εκπομπή με τον θείο μου τον Φυρογένη.

Ξαφνικά έρχεται η θεία μου (η γυναίκα του), δεν ξέρω πως τα είχανε κανονίσει εγώ δεν ξέρω βέβαια, και λέει ότι ήρθανε και ζητήσανε κορίτσια για χορωδία για να κάνετε εκπομπές στο ραδιόφωνο κι έδωσε το όνομά σου ο θείος σου ο Μήτσος. Ο θείος μου με ήξερε από μικρό από πολύ μικρό και με κάνανε κέφι με παίρνανε μαζί και με κάνανε γούστο, γινότανε χαμός. Είχα θάρρος. Αυτό λέω, πού πήγε εκείνο το θάρρος που είχα μέχρι και πού πιασε η Κατοχή. Απ’ την Κατοχή κι εδώ πέσανε τα φτερά μου. Επληγωθήκαμε, σαν παιδιά, επληγωθήκαμε.

– Με το Σίμωνα τον Καρά έκανες μάθημα;

Δεν ήμουνα τακτική στου Καρά. Είχα πάει μερικές φορές όμως. Δεν ήμουνα όπως ήτανε άλλοι, όπως ήτανε η Δόμνα (Σαμίου), ο Βασίλης και η αδελφή του η Νόνη και άλλα πολλά παιδιά. Αυτοί ήτανε τακτικοί.

– Πες μας για την πρόσκλησή σου στο ΕΙΡ.

Ο πατέρας μου ήτανε στο χωριό. Η θειά μου τό ‘ πε αυτό  κι εγώ είχα σκάσει στα γέλια. Μας φαινόντανε περίεργα πράγματα αυτά γιατί έτσι μας είχανε μάθει να ‘χουμε τη ντροπή, τι δουλειά είχα εγώ τώρα εκεί. Μη γελάς μου λέει η θεία μου, εγώ στο λέω αλήθεια. Κι αν το λες αλήθεια της λέω, ερώτησες τον πατέρα μου της λέω. Είχαμε αυτές τις αρχές. Ήτανε αλλιώς οι γονείς τότες. Αν λοιπόν το λες αλήθεια, χωρίς τη γνώμη του πατέρα μου πως θα πάω; Ήμουνα πια στα 20, δεν ήμουνα κανα μωρουδάκι, αλλά εγώ τους το ‘γραψα. Αλλά εγώ εκείνη την ώρα το σκέφτηκα όπως το είπε η θειά μου. Λέω για κάτσε, θα πάω να δω το περιβάλλον κι αν μ’ αρέσει θα συνεχίσω κι αν δεν μ’ αρέσει δεν με πήγε κανείς με το ζόρι.

–  Ποιους συνάντησες εκεί;

Εκεί που πήγα κάναμε κατ’ αρχήν τις πρόβες, όταν ήτανε η μέρα για να κάνουμε εκπομπή κι ήτανε ο θείος ο Μήτσος (Δημ. Φυρογένης), ο Γιάννης ο Μπαρδάνης (απ’ την Απείρανθο), εγώ η ξαδέρφη μου η Κούλα (κόρη του αδελφού του πατέρα της Βασίλη Κονιτόπουλου η Κονιτοπούλου – Πρωτονοτάριου) και δυο άλλα κορίτσια του Βαγγέλη του Σαλτερή. Αυτά θυμάμαι, αν ήτανε κι άλλες και δεν τις θυμάμαι ….. Πηγαίναμε το λοιπόν για πρόβα. Τη μια στο σπίτι του θείου μου του Μήτσου, την άλλη στου Γιάννη κι ερχότανε ο Σφυρόερας ο Νίκος, πού ‘χε αναλάβει για να κάνει τις εκπομπές. Έλεγε για όλα τα νησιά του Αιγαίου για όλα, για όλα.

– Η εκπομπή που γινότανε στο υπόγειο στο Ζάππειο τίνος ήτανε;

Ο Σίμωνας ο Καράς, αν είναι έτσι και τα θυμάμαι καλά, δούλευε εκείνος κι η γυναίκα του στη Ρηγίλλης στα γραφεία. Δεν ξέρω πως είχε γίνει και μάθαινε όλα τα τραγούδια, όλης της Ελλάδος. Εκεί, στη δικιά του την εκπομπή. Έκανε δικιά του, αλλά έκανε κουμάντο για όλα που γινόντουσαν. Δηλ. εμείς που πηγαίναμε οι Κυκλαδίτες, οι Ρουμελιώτες, οι Κρητικοί οι Πόντιοι, ότι θες, από όλη την Ελλάδα. Όπως είχε ο Σφυρόερας εμάς για το Αιγαίο είχε για κάθε μέρος και έναν. Συγκεντρωνόμαστε εκεί όλοι όταν θέλαμε να «περάσουμε» την εκπομπή μας, όπως και οι άλλοι. Και χώρια η εκπομπή του Καρά με τη χορωδία που ήτανε μεγάλη.

–  Ο Σίμωνας ο Καράς σε άκουσε;

Ναι. Ποτέ δεν μου φέρανε αντίρρηση όπου πήγα. Στην αρχή πήγαινα με τον Γιάννη (Μπαρδάνη). Ο αδελφός μου ήτανε φαντάρος κι όταν απολύθηκε ήρθενε κι αυτός και όλοι κι ο Μπαρμπεράκης, ο Σταματομανώλης και όλοι περάσαμε απ’ τις εκπομπές αυτές που κάναμε. Εγώ πια είχα «καταντήσει» το σόλο που λένε. Δηλ. στο τραγούδι έμπαινα μπροστά και πίσω μ’ ακολουθάγανε οι κοπέλες. Μετά ήρθε κι ο Γιώργος, ήρθε κι ο πατέρας μου.

–  Στο Αρμενάκι πρόσθεσες εσύ δικά σου πράματα;

Εγώ οτιδήποτε τραγούδι είπα δεν το είπα ποτέ όπως μου το λέγανε. Ακόμα κι όταν ήμουνα παιδί που δεν σταμάταγα καθόλου, περπάταγα στο δρόμο ήμουνα στο σπίτι μου έκανα δουλειές, ήμουνα στο χτήμα, εγώ εκεί, δεν είχα άλλη σκέψη. Αυτό το πράμα μ’ ευχαριστούσε από μικρή. Τά ‘κουγα το λοιπόν όλα τα τραγούδια κι αυτά που φέρνανε σε δίσκους και τον πατέρα μου βέβαια κι έβαζα δικό μου πράμα μέσα, δεν το έλεγα όπως το άκουγα ή όπως μου το δείχνανε. Ερχότανε ο Νίκος (Σφυρόερας) κι έφερνε από κάθε νησί τραγούδια και τά ‘παιρνα και στην ουσία τα διόρθωνα όπως τά ‘νοιωθα εγώ. Κι ο Γιώργος όταν έγραφε κάποιο τραγούδι δικό του ποτέ δεν το είπα όπως εκείνη την ώρα μου το ‘λεγε. Εγώ το ‘παιρνα και τό ‘φτιαχνα το τραγούδι, δεν το χάλασα ποτέ. Όλα αυτά τα τραγούδια που ήτανε από άλλα νησιά, το «Θερμιώτικο», τον «Αρτεμώνα» το «Θέλω να γίνω Φθυσικιά», τους Μπάλλους, τον «Μπάλλο της Ρίτας» (Αμπατζή) («Δεν ημπορώ να κλαίω πια») κι άλλα τα είχαμε περάσει από την εκπομπή, αλλά τα ήξερα από μικρή που τά ‘παιζε ο μπαμπάς μου και οι άλλοι.

– Αντιμετώπισες προβλήματα με τις δισκογραφικές εταιρείες;

Ποτέ δεν μου φέρανε αντίρρηση. Και τότε που ήρθε ο θείος μου κι ο πατέρας μου κι είπανε να κάνουμε και κανα δίσκο και πήγαμε στην ODEON που ήτανε κι ο Περιστέρης και στην COLUMBIA στο Λαμπρόπουλου που ήτανε ο Χρυσίνης ο αόμματος πού ‘παιζε κιθάρα κι έγραφε και τραγούδια, καμία μα καμία αντίρρηση δεν είχα από πουθενά. Ήρθενε ο Μαργιολάς ο Γιώργος πού ‘παιζε βιολί στο σπίτι μου εδώ στο Ρέντη, είχα και τα παιδιά μωρά, με πήρε λοιπόν εμένα κι είχε δώσει ραντεβού και του Μανώλη του Μπαρπέρη (Μπαρμπεράκη) και πήγαμε στου Χρυσίνη. Με την πρώτη που μ’ ακούσανε έκανα ηχογράφηση στο στούντιο για δίσκο. Κι επειδή τότες ήτανε μόνο η COLUMBIA κι η ODEON είχανε ανταγωνισμό πια θα με πάρει να περάσω τραγούδια. Κι επειδή είχαμε πάει με τον θείο μου το Μήτσο και τον πατέρα μου κι είχαμε κάνει δυο δισκάκια, τέσσερα τραγούδια, τα πρώτα – πρώτα δισκάκια για μένα [το «Σκληρή καρδιά» το μινόρε, η πατινάδα «Από την πόρτα σου περνώ», ένα της Δωδεκανήσιας της Άννας Καραμπεσίνη (γιατ’ ήτανε κι αυτή στη χορωδία τότε) το «Τη θάλασσα τη γαλανή» και δεν μπορώ να θυμηθώ πιο άλλο. Αυτό έγινε το 1955, τη χρονιά που παντρεύτηκα. Παντρεύτηκα τον συχωρεμένο το Στέλιο τον Λεγάκη απ’ την Κεραμωτή της Νάξου. Με συνοικέσιο. Ήμουνα βέβαια πολύ διαολάκι και με πειράζανε. Αλλά ήμουνα μαζεμένη.

Με τον πατέρα σου πόσα χρόνια έγραφες εκπομπές στο ΕΙΡ;

Παντρεύτηκα το 1955. Εκείνος είχε έρθει κανένα χρόνο πιο μπροστά; Το 1954 επομένως. Περνάγαμε εκπομπές μέχρι που παντρεύτηκα.

Έκανα τέσσερα (4) παιδιά, την Ελένη, τον Κώστα, την Μαρία και τον Μιχάλη.

–  Με το Γιώργο πότε περάσατε εκπομπές;

Με το Γιώργο περάσαμε εκπομπές πιο μπροστά από τον πατέρα μου.

Με το Γιώργο πότε ξεκίνησες να συνεργάζεσαι;

Ο Γιώργος, πού ‘μουνα παντρεμένη εγώ είχα και τα παιδιά, όχι όλα, είχε πάει φαντάρος. Κι όταν γύρισε άρχισε και πολέμαγε και πήγαινε στον ένα και πήγαινε στον άλλον. Ήτανε τότε κι η Πόπη η Δεσποτίδου από την Αμοργό ή από τα Κουφονήσια, πήγαινε κι αυτή να βγάλει δίσκο, πήγαινε στον ένα, πήγαινε στον άλλον κι αυτή, τίποτα. Εγώ είχα πάει τότε κι είχα υπογράψει στην ODEON και πήγε και τα σκάλισε και μάλιστα τότε μάλωσε και με τον Περιστέρη γιατί ήθελε να μπει στα πράματα και δεν εξέταζε…. Εγώ δεν,εγώ είχα το μυαλό μου στα παιδιά μου, στο σπίτι μου. Εγώ που να πάω, εγώ ήμουνα πολύ ταλαιπωρημένη, είχα και τα παιδιά μωρά και το ένα πίσ’ απ’ τ’ άλλο κι ήμουνα εκεί αφοσιωμένη. Μάλιστα κάποια δόση είπα ότι εδώ θα είναι η ζωή η δική μου με τα παιδιά και δε με ενδιαφέρει τι γίνετ’ απ’ έξω. Και μού ‘λεγε και έλα και κάνε και δείξε και με κατάφερε. Ήτανε τότε ο γάμος τ’ αδερφού μου του Κώστα. Και τότες ο Γιώργος κι ο Στάθης (Κουκουλάρης) κι ο Κώστας του θείου του Μήτσου παίζανε εκεί στου Κυραειδή στην οδό Γαλατσίου δίπλα στο σχολείο. Το μισό ήτανε ταβέρνα με βαρέλια και τ’ άλλο μισό ζαχαροπλαστείο, και παίζανε λοιπόν εκεί. Εγώ πήγα με τον άντρα μου και τα παιδιά μου στο γάμο του αδερφού μου στην Αγία Γλυκερία, στο Γαλάτσι. Τελειώνοντας λοιπόν από το γάμο, λέει ο άντρας μου, πάμε λίγο από κει όπου είναι ο Γιώργος; Πάμε του λέω. Ε, και μόλις με είδανε, ξέρανε που πήγαινα και μας ακούγανε απ’ το ραδιόφωνο, ανέβα να πεις δυο τραγούδια, ανέβα να πεις, ανέβηκα. Τα είπα. Και σηκώθηκε κι ακουμπάει το βιολί απάνω στην καρέκλα και λέει, από την άλλη Κυριακή θα είσ’ εδώ. Και με το θάρρος το δικό μου πήρε πρωτοβουλία κι άρχισα και πήγαινα τις Κυριακές, και τα Σάββατα.

Αυτή ήτανε η πρώτη δουλειά σου;

Ναι, που πήγα σε μαγαζί. Εκεί μαζευόντουσαν Ναξιώτες, Μυκονιάτες κι άλλοι. Μετά άρχισαν οι γιορτές, οι Απόκριες, χαμός είχε γίνει κει μέσα.

Η επόμενη δουλειά ήτανε «στο μαγαζί του Κοσμά», στη Ν. Φιλαδέλφεια. Σ’ αυτό δούλεψε το προηγούμενο σχήμα, εκτός του Κουκουλάρη, ενώ πρόσθεσαν τον αδελφό της τον Κώστα, τον θείο της τον λαουτιέρη Δ. Φυρογένη και τον κλαριντζή απ΄ τη Λαμία Στέφανο Στεφανή.

Η ανοικοδόμηση της Φιλαδέλφειας είναι γεγονός και ο ήχος ενοχλούσε τους περίοικους. Έτσι μετακομίζει το σχήμα, για ένα χρόνο μόνο, στο μαγαζί που βρίσκεται πάλι στη Ν. Φιλαδέλφεια, κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της Α.Ε.Κ. (μετέπειτα «Γλάρος»), ενώ προστίθεται κι ο Κωμιακίτης λαουτιέρης Βασίλης Χατζόπουλος. Εκεί δουλεύουν κάθε Σαββατοκύριακο.

Ειρήνη – Μήτσος Φυρογένης (Μετοχάρης)

Επόμενη δουλειά είναι στο μαγαζί του Γκάτση, το «Σιντριβάνι» (παλιά «Παναθήναια») στη γέφυρα στο τέρμα Αχαρνών για τρία χρόνια. Ο κόσμος πάρα πολύς και το πιοτό επίσης. Στο μαγαζί αυτό προστίθενται η αδελφή της η Αγγελική (1972), η κόρη της η Ελένη κι ο αδελφός της ο Βαγγέλης, που εν τω μεταξύ έχει έρθει απ’ το χωριό.

Πολλές ήταν οι περιπτώσεις που τραγούδησε σε γλέντια σε σπίτια και γάμους, ενώ τα καλοκαίρια που μεσολαβούσαν, πήγαιναν σε γλέντια που τους καλούσαν, γάμους κ.λπ., στην Εύβοια, μα κυρίως στην Πάρο.

Το 1975-76, όλοι μαζί πάλι, παίζουν και τραγουδάνε στο «Μουράγιο» στην Καφτατζόγλου στα Πατήσια και το 1979 πάνε στο επόμενο μαγαζί με το ίδιο όνομα, «Μουράγιο» σ’ ένα παλιό κινηματογράφο στο τέρμα Πατησίων.

Στη συνέχεια αποχωρεί απ’ το «Μουράγιο» και πηγαίνει μόνη της στο μαγαζί του ναξιώτη Ν. Κορρέ την «Άνεση», στη Γαλατσίου με βιολί τον ξάδελφό της τον Στάθη τον Κουκουλάρη. Εκεί τραγούδησε 3-4 χρόνια.

Για λίγο καιρό τραγουδάει μαζί με την κόρη της την Ελένη στον «Κάβο», ψηλά στην Γαλατσίου με βιολί τον ξάδελφό της Γιώργο Κονιτόπουλο (Θεουδάκι) και τα παιδιά του και ανίψια της Κώστα κι Αντώνη.

Τον Σεπτέμβρη του 1984 εγκαθίσταται στον ιδιόκτητο πλέον χώρο της το «Αρμενάκι» στην οδό Πειραιώς στο Ρουφ, όπου μαζί με την κόρη της την Ελένη τραγουδάνε μέχρι και πριν πέντε χρόνια που «έφυγε» ο άντρας της.

– Πόσους δίσκους έχεις κάνει συνολικά;

Το 1961έκανα το πρώτο που ήτανε το «Αρμενάκι» και το «Αμοργιανό». Είχαμε πάει στου Βαγγέλη του Σούκα και κάναμε πρόβες κι ήταν κι εκείνος με το κλαρίνο. Δεν ήμασταν πια σε Εταιρεία.

– Πόσο καιρό κάνατε τότε να ηχογραφήσετε ένα δισκάκι;

Από το 1961 που άρχισα, κάπου – κάπου πέρναγα συνέχεια. Πηγαίναμε κι όχι να κάτσουμε όλη μέρα. Μπορούσαμε να πάμε το μεσημέρι, να τελειώσουμε το βραδάκι.

– Πρόβες κάνατε στο σπίτι πριν πάτε στο στούντιο;

Συνήθως στο σπίτι του Γιώργου, πολύ λίγο. Όχι να κάτσουμε να το μελετήσουμε, να το παίξουμε να το ξαναπαίξουμε, όχι. Είχα αυτή την ευκολία εγώ.

– Ποιο τραγούδι απ’ αυτά που τραγούδησες σε δίσκους αγάπησες περισσότερο;

Εμένα μ’ άρεσε περισσότερο ο Μπάλλος. Με συγκινούσε πολύ ο Μπάλλος. Ότι είπα όμως κι ότι μου δώσανε να πω, δεν του χάλασα, μα το χειρότερο να ήτανε δεν του το χάλασα. Κανένα τραγούδι δεν του χάλασα.

Γιατί τα δικά σας τα τραγούδια, αυτά που γράφατε ήτανε πιο γρήγορα απ’ αυτά όπως τα τραγουδάγανε στην Απείρανθο;

Αυτοί, τα παλιά τα χρόνια, ήτανε παρέες, έτσι σμίγανε εκεί στο χωριό, παιδιά, νέοι, νέες και τραγουδούσανε αναμεταξύ τους έτσι παρέα, κι απάνω κει αυτοί ξέρανε βγάζανε κοτσάκια κι απάνω κει βάζανε ένα σκοπό πως τον βρίσκανε, εκείνη την ώρα γινότανε ότι γινότανε. Έτσι βγάλανε και το τραγούδι το «Δεντρολίβανο». Το έβαλε ο Γιώργος σε μια εκπομπή μου κάναμε κι από την εκπομπή το έβγαλε και σε δίσκο. Εκείνα λοιπόν τα λέγανε παρεΐστικα αυτοί. Το παρεΐστικο δεν είναι για γλέντι να χορέψει ο άλλος. Εμείς το παίζαμε για να χορέψεις, όπως το έπαιζε κι ο πατέρας μου. Ενώ αυτοί το κάνανε παρεΐστικο, αργό, αργό.

Εάν σε ρωτάγανε σήμερα ποια είναι τα Ναξιώτικα τραγούδια, τι θ’ απαντούσες;

Εκείνα που τραγουδούσανε από τότε που τα έπαιζε ο πατέρας μου. Γιατί τότε χορεύανε ελεύθερα και πληρώνανε, ότι ήθελε εκείνος που χόρευε και παίζανε. Και επί το πλείστον ήτανε οι Μπάλλοι.

Το πραγματικό Αξώτικο ήτανε η «τζαμπούνα», ο σκοπός, που το παίζανε κι οι τζαμπούνες και η Βλάχα, κι ο Μπάλλος. Ο Μπάλλος βέβαια ήτανε Σμυρνέικος, και Πολίτικος. Αλλά το καθεαυτού ντόπιο ήτανε, απ’ ότι έχω καταλάβει βέβαια, γιατί εγώ δεν είχα γεννηθεί τον καιρό εκείνο, ήτανε η «τζαμπούνα», ξέρω ότι ήτανε ατόφια.

Όταν τραγούδαγες ένοιωθες σαν επαγγελματίας;

Ποτέ δεν ένοιωσα σαν επαγγελματίας. Ποτέ. Αυτή που ξεκίνησα από την αρχή, αυτή ήμουνα και είμαι ακόμα. Δεν έχω αλλάξει τίποτα.

Ειρήνη – Β. Χατζόπουλος

Η Ειρήνη Κονιτοπούλου – Λεγάκη υπήρξε συνεχιστής μιας παράδοσης, αλλά ταυτόχρονα με τη δράση της στην Ελληνική Ραδιοφωνία, τα μαγαζιά και τα κατά τόπους γλέντια και τη δισκογραφία της, υπήρξε και ανατροπέας μιας παραδομένης κατάστασης. Η Ειρήνη ανέτρεψε το «αυθεντικό» φέρνοντας με τη φωνή της, πρώτα μέσα απ’ τα ερτζιανά κι ύστερα απ’ τα δισκάκια των 45ο, το «πιστό» στο πρωτογενές δημιούργημα. Υπήρξε έτσι μια όαση στα όλο και πιο δυτικοαναθρεμένα αυτιά των αστών.

Η Ειρήνη δεν είναι απλώς απευθείας εκπρόσωπος του τραγουδιού, του μουσικού πολιτισμού του τόπου της μα πάνω απ’ όλα σπουδαία ερμηνεύτρια που οι φωνητικές και εκφραστικές επιδόσεις της μπορούν να συγκινή­σουν τον καθένα.

Η ερμηνεία της Ειρήνης, ήταν τόσο επιτυχημένη που σε ένα μη εξασκημένο αφτί είναι δύσκολο να ξέρει ποιο είναι το επώνυμο και ποιο το παραδοσιακό δημιούργημα. Όχι τυχαία, γιατί η ίδια είναι απευθείας φορέας – και απο­δεδειγμένα ταλαντούχος – μιας παράδοσης, κι έτσι, ακόμη και η προσωπική της επέμβαση δεν μπορεί παρά να ακουμπά σ’ αυτήν. Έτσι κι αλλιώς, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα τραγούδια του Αιγαίου, οι μελωδίες φαίνεται ότι σπάνια «δεσμεύονταν» από έναν συγκεκριμένο στίχο ενώ άλλωστε η ικανότητα στη δημιουργία στίχων είναι εξαιρετικά διαδεδομένη ακόμη και ανάμεσα σε αγράμματους ανθρώπους. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ λειτουργεί η ερμηνεία, το πλέον αδιαμφισβήτητο διαβατήριο για την «έξοδο» ενός καλού τραγουδιού από τον στενό του – τοπικό ή «ειδικό» – κύκλο.

Μπορεί κανείς να κάνει κριτική στην Ειρήνη και μάλιστα αυστηρή. Εκείνο όμως που δεν μπορεί κανείς να της χρεώσει είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα. Η Ειρήνη δεν είδε την Ελλάδα από ψηλά, από μια θέση που οι τόποι φαίνονται όλοι ένας και μάλιστα επίπεδοι, αλλά από πολύ κοντά και μάλιστα με βλέμμα οξύ.

Μια ζωή την έζησε όπως όλοι μας κι αυτή την γέμισε με ήχους που λόγω καταστάσεων και εποχών εισπράχτηκαν από τ’ αυτιά των πανελλήνων. Είναι γεγονός, πως μερικές δισκογραφικές δουλειές που έβαζε τη φωνή της ήταν μακριά από το ύφος και το ήθος των ενορχηστρώσεων του νησιού της. Η ίδια όμως στεκόταν σ’ ατόφιο το φορτίο που κουβάλαγε απ’ τους δικούς της, και μάλιστα τα έκανε να επικοινωνούν μέσα από ξεχωριστές ερμηνείες. Διαφορετικά όλα αυτά τα τραγούδια θα ήταν καταδικασμένα, ν’ αποτελούν αποκλειστικά υλικό των ερευνητών και αν τα βρίσκανε, γιατί αλλάζοντας οι κοινωνίες αλλάζει και η μουσική τους και κανείς δεν μπορεί να αιχμαλωτίσει ένα από τα στοιχεία τους και να τα διατηρήσει όπως ακριβώς ήτανε σε κάποια ιστορική στιγμή. Αυτό θα ήταν μια αυθαίρετη παρέμβαση και θα είχε μόνο ιστορική σημασία.

Όλοι όσοι γνωρίζουν την Ειρήνη, είτε Ναξιώτες, Παριανοί και λοιποί Κυκλαδίτες, χόρεψαν μετά ιεράς μανίας με το τραγούδι και τη φωνή της Ειρήνης. Όταν συμβαίνει αυτό τι άλλο από θετική εικόνα αναδεικνύεται. Όλοι αυτοί κάνουν λόγο για έναν ευαίσθητο, ευσυνείδητο, ταπεινό άνθρωπο, έναν άνθρωπο που αγαπάει τους ανθρώπους.

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. […] Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σπηλιάκου, “Χορομπαλ(λ)όματα”. […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: