• Αρχείο κατά κατηγορία

  • Αρχείο κατά μήνα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 20 ακόμα followers

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Νοέμβριος 2010
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Οκτ.   Δεκ. »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Διαχείριση

Η Μουσικοχορευτική Παράδοση στη Νάξο


Μνήμη στον Αξώτη φιλόλογο και Ιστοριοδίφη Νίκο Κεφαλληνιάδη

Κεφαλληνιάδης, Νίκος: «Η Μουσικοχορευτική Παράδοση στη Νάξο», περ. «Παράδοση και Τέχνη» τ. 33, σελ. 8-9, Αθήνα, Δ.Ο.Λ.Τ., Μάιος-Ιούνιος 1997.

«Κάθε σπίτι κι ένα χοροστάσι κι όλο πανηγύρι και γιορτάσι Κι οι πλατείες και τα χωράφια κι ως και οι δρόμοι χοροστάσια εγίνουνταν ακόμη.
Χοροστάσι εκάναμε ακόμα και του πιο μικρού σπιτιού το δώμα, κι εχορεύαμε κι ερίχναμε λουλούδια, κοπέλια λυγερά και κοπελούδια».

Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου
Οι στίχοι αυτοί της Αξιώτισσας ποιήτριας, δείχνουν πόσο παλιός και πηγαίος ήταν και είναι ο χορός στα νησιά μας. Συνυφασμένος με την ίδια τη ζωή. Με τη χαρά, τη μουσική και το τραγούδι και τα ντουμπακοσούβλιαρα με τη τζαμπούνα με το λαούτο και το βιολί και τη λύρα
Με τις τοπικές ενδυμασίες, ξε­χωριστές για τον κάθε τόπο, το κά­θε νησί μας, σε χρώματα, σε στολί­δια και εφευρετικότητα. Με ξεχωρι­στούς σκοπούς που τους μαθαί­νουν κατευθείαν από τις γοργόνες του Αιγαίου και τις νεράιδες των ρεματιών μας.
Με χορούς όπως ο λικνιστός Μπάλος, ο Συρτός, η Βλάχα, ο Βιντζηλαιαδίστικος κι ο Νικηντρές που οι φιγούρες τους λες και ξεπη­δούν κατευθείαν από τα Κυκλαδίτικα αγγεία.
Με τον Αγέρανο της Πάρου, που θυμίζει την Αριάδνη, το Θησέα και τον Λαβύρινθο. Αυτή η ζωντανή πα­ράδοση των Κυκλάδων, του Αιγαίου, πανάρχαια και σύγχρονη όσο η ζωή, όσο η χαρά και ο πόνος, όσο το τραγούδι και ο χορός, βρί­σκει την τέλεια έκφραση της πως στα νησιώτικα χορευτικά κυκλαδίτικα συγκροτήματα με τους διάφορους σκοπούς και τραγούδια τους, τις ενδυμασίες και τα όργανα τους. [1]
Ανάμεσα στα Κυκλαδονήσια η Νάξος έχει, ίσως την πρώτη μουσικοχορευτική παράδοση, όπως μαρτυρούν οι διάφορες πηγές από τους παλαιότερους καιρούς αλλά και το πλήθος των λαϊκών μουσικών της. Τέτοιες μαρτυρίες συνα­ντούμε σε διάφορες χορευτικές παραστάσεις σκαλισμένες σε βράχια, από την αρχαιότητα και κατοπινά σε οικόσημα της Φραγκοκρατίας στο νησί, σε νησιώτικες πάντες και κε­ντήματα της, από παλιά ως σήμερα.
Αναφέρω εδώ μερικές, πραγματικά ντοκουμέντα:
Σε αρχαία πλάκα με επικρούστη παράσταση χορού από την κορυφή τ’ Αρωνιού στη Νάξο τρεις φιγούρες φαίνεται να χορεύουν. Σε βράχια της Αμοργού, επίσης έχουν σκαλι­στεί ένας βιολιτζής, ένας λαουτιέρης και γυναίκες που χο­ρεύουν. [2] Η χάραξη είναι σύγχρονη. [2α]
Στο Μουσείο Νάξου υπάρχει ο γνωστός αρπιστής καθι­σμένος σε κάθισμα της εποχής να παίζει την άρπα ή τη λύ­ρα του. [3]
Σε οικόσημο των Κρίσπι του Μουσείου Νάξου εικονίζο­νται δύο φιγούρες, η μία να παίζει τσαμπούνα και η άλλη να χορεύει. [4] Σε παλιά κουρτίνα αρχοντικού του Κάστρου Χώρας υπάρχει κεντημένο ζευγάρι μουσικών (βιολιστής και αυλητής). [5]
Ο Ιησουίτης Ιγνάτιος Λίχτλε, ηγούμενος της Μονής Ιησουϊτών της Νάξου γράφει στα τέλη του 18ου αιώνα για τη μουσική παράδοση του νησιού: «Η μουσική του τόπου συνί­σταται εις ολίγα όργανα. Οι χωριανοί έχουν μόνον ένα είδος φλοέρας (σφυρίκτρας) γενομένης από μίαν άκραν μιας βέργας της τριανταφυλλιάς η μίαν τζαμπούνα (ένα άσκαυλον, ασκο-τζάμπουνον) με δύο βέργαις της τριανταφυλλιάς από ταις οποίαις η μία κάμνει τον χονδρόν ήχον και η άλλη τον οξύν. Προσθέτουν μετά δυο είδη εις αυτά, ένα δαούλι (τύμπανον). Εις την Χώραν είναι τα όργανα ολίγον τεχνικότερα. Είναι ένα είδος λύρας ή βιολί με τρεις χορδαίς συντροφευμένον από μίαν γουιτιέρραν. Με αυτά κάμνουν χορούς τους μβάλλους. Εκείνος οπού παίζει την λύραν, τραγουδεί συχνά στίχους εις έπαινον εκείνης δια την οποίαν γίνεται η μουσική». [6]
Ο Ζερλέντης από τα «ιστορικά σημειώματα των Καπουκίνων» στη Νάξο διαπιστώνει ότι στα 1664 οι Καπουκίνοι ανά­μεσα στα άλλα «εδίδασκον και άσκησιν των παίδων «κυρίως τον Μπάλλο, τούτο δε εστί χορός, ο κοινός λεγόμενος, λε­βέντικος ενώ ο διδάσκαλος το ταρλαλά άδων και έτερον τι έκπυστον σουτομερλιτόν sat au mirliton) λεγόμενον και τας χείρας επικροτών, ορχήσθαι τοις αθλίοις κελεύει, απαυδήσαντες δε επί κλίνης μεν μιας κατακλίνει πάντας, μέσον δε τού­των ο διδάσκαλος». [7]
Για τον αυθόρμητο τον πρωτόγονο τρόπο με τον οποίο μάθαιναν να χορεύουν από μικρά παιδιά τα Απεραθιτόπουλα η βοσκοπούλα η Απεραθίτισσα λαϊκή ποιήτρια Π.Μάρκου γράφει:
«Αλλο ένο γκοπελίστικο για κάθε βοσκοράκι
ήσκου και σύμπραπα και ω με το μικρό ραβδάκι.
Το έπιανα και χορεύγαμε απάνω στις βοσκιάδες
Εώ επάαιν αμπρουστά και ‘κείνο από πίσω,
σι Απεραθίτικο συρτό, το ‘γαιοπελαγίσο.
Και στο μολαρηό χορό, χόρευα μοναχιά μου,
με το ραβδάκι μου, μπηχτό, μες τη γκυκλοϋριά μου.
Ετσά ‘μαθαίνασι χορό, όλα τα βοσκαράκια,
έχοντας για συχορευτές και ταίρια τα ραβδάκια…»
[8]
Για τους παλαιότερους χορούς στη Νάξο ο καθηγητής Λαο­γραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Στεφ. Δ. Ήμελλος γράφει Εκ των χορών εν Νάξω ως και εις τας λοιπάς νήσους, επιχωριάζει κατ’ εξοχήν ο και αλλαχού της Ελλάδος γνωστός αντικρυστός Μπάλλος. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο χοροί, εις την Κομιακήν χορευόμενοι περί των οποίων παρέχει μερικάς πληροφορίας. Ο πρώτος εκ τούτων καλείται Βιτζηλαιαδίστικος, εκ του εις το χωρίον υπάρχοντος επωνύμου Βιτζηλαίος. Ο χο­ρός ούτος, κατά πληροφορίας των Κωμιακιτών είναι κυρίως αν­δρικός και χορεύεται υπό πλειόνων του ενός απεριορίστως ατόμων κατά τας αποκρέως υπό τη συνοδεία ασκαύλου μόνον εις Κομιακήν και όχι αλλαχού της Νάξου. Κατά την εξέλιξίν του παρουσιάζει τρεις φάσεις. Σήμερον το χορεύουν σπανίως (χ.φ. σ. 274). [9]
Ο έτερος χορός, ο οποίος φαίνεται ομοιάζων προς παιδιάν, καλείται Νικηντρές. Κατ’ αυτόν «πιάνουν με μαντίλι, όπως εις τον συρτόν και βήματα, όπως τον συρτού, τραγου­δούν και λένε:
Νικηντρέ, Νικηντρέ
γεια σου, Γιάννη, Κουτεντέ.
Λένε τα ονόματα ενός ενός με τη σειρά, γεια σου Γιώργη Κουτεντέ κλπ.
Αυτός λέει: θα περάσω, θα περάσω και το στοίχημα θα χάσω
και περνά το μαντίλι κάτω από τα πόδια του και εξακολουθεί να το κρατεί και οι άλλοι πάλι εξακολουθούν και χορεύουν».
Το αυτό γίνεται και με τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτον όλους. Ο τελευταίος δεν έχει άλλο να περάσει και περνά ανά­ποδα, περνά τον πισινόν του εις τον άλλον. Κάποιος, επίσης, πιάνει το λουρί και χτυπά τους δύο τελευταίους και κρατούνε χέρια πολλές φορές αντί των μαντιλιών, που δεν είναι γερά, για να φύγουνε. Σχηματίζουνε μια αλυσίδα, σαν ένα σχοινί με μαντηλάκια. Το παίζει και η τζαμπούνα και τραγουδιέται κιόλας» (χ.φ. σ.274).
Για τον πρώτο από τους χορούς αυτούς, τον Βιτζηλαιαδίστικο, ο Κωμιακίτης λαουτιέρης Βασίλης Χατζόπουλος γράφει:
Ένα τραγούδι για χορό θα πω για τη γενιά μας

το Βιτζηλιαδίστικο και την παλληκαριά μας.

Είν’ χορός αντρειωμένος της πατρίδας τιμημένος

το χόρευαν οι αφεντάδες της Αξάς μας οι βρακάδες.

Είναι χορός λεβέντικος για τσι αντρειωμένοι

ο έρο Μάρκος τον κρατεί κι η Κωμιακή τον σέρνει.

Έρο Μάρκο παλληκάρι της Αξάς μας το καμάρι

πούσουνε αντρειωμένος, τίμιος και ξακουσμένος. [10]
Σε άλλο άρθρο θα συνεχίσω τη μελέτη μου αυτή για τη μουσικοχορευτική παράδοση στο νησί μου, που είναι μεγάλη και δεν εξαντλείται εύκολα.
Νίκος Κεφαλληνιάδης

Σημειώσεις:
1.Ν. Κεφαλληνιάδη, Κυκλάδες 86, «Ναξιακά»,τ. 12-13, Ιαν-Μάρτ1987.σ. 94.
2.ΝτούμαΧρ., Κορφή τ’Αρωνιού, «Αρχαιολογικό Δελτίο», τομ. 20,1965, σ. 41-64.
2α Β.Β. Νερά, Οδοιπορικό, Η διαθήκη της χαράς πάνω στα σκληρά βράχια της Αμοργού, περιοδ. «Γυναίκα», αρ. 769,4 Ιουλ., 1979, σ. 17-19.
3.Κυκλαδικός πολιτισμός, Η Νάξος στην 3η π.Χ. χιλιετία, Ίδρυμα Γουλανδρή, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης β) Ρ.(β. P. G. Prezios, Ταξίδι στις προϊστορικές Κυκλά­δες (3000 π Χ.-2000π.Χ. και γ) Γ. Παπαθανασοπούλου, Νεολιθικά Κυκλαδικά, Εθν. Αρχ. Μουσείο, εκδ. «Μέλισσα».
4.Ν. Κεφαλληνιάδη – Β. Slot, Οικόσημα στη Νάξο, Αθήνα 1980, σ. 7 και 36.
5.Τ. Ιωάν. Γιανναρά, Δαντέλες, «Μέλισσα», σ. 217.
6.Ν. Κεφαλληνιάδη, Το ανέκδοτο τέλος της ιστορίας του Λίχτλε (περί μουσι­κής), «Ναξιακά», τομ. 12-13, Ιαν-Μαρτ, 1987, σ, 37.
7.Π. Ζερλέντη, Ιστορικά σημειώματα εκ του βιβλίου των εν Νάξω Καπουκίνων 1649-1753, εν Ερμουπόλει 1922, σ. 23.
8.Παρασκευή Ι. Μάρκου, Τ’ αρχινοτέλειωτο κλαδί, Νάξος 1986, σ. 110-111.
9.Στεφ. Ημέλλου, Παρατηρήσεις εξ επιτόπιου ερεύνης εις τον λαϊκόν πολιτισμόν των νοτίων Κυκλάδων, Αθήνα 1974, σ. 14.
10. Β. Χατζόπουλος, Ο παραδοσιακός Αξώτης λαουτιέρης .

Δείτε το κι εδώ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: