• Αρχείο κατά κατηγορία

  • Αρχείο κατά μήνα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 21 ακόμα followers

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Οκτώβριος 2010
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Σεπτ.   Νοέ. »
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    25262728293031
  • Διαχείριση

ΑΠΕΡΑΘΟΥ [1900-1950] – Η ποιητική γλώσσα ως αγωγή πολιτισμού


Παρουσίαση του βιβλίου:

«ΑΠΕΡΑΘΟΥ [1900-1950]- Η ποιητική γλώσσα ως αγωγή πολιτισμού«

του Γιαννούλη Γ. Γιαννούλη

Παραγωγή: GRAPHOPRESS Ε.Π.Ε. Αθήνα 2009, σελ. 483

 Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Γαλατσίου – Τετάρτη 26 Μάη 2010

1987. Η πρώτη μου επίσκεψη, με την ιδιότητα του ερευνητή στη Νάξο. Τόπος έρευνας το νησί και ιδιαίτερα κεντρικός τόπος έρευνας ένα τυπικό χωριό της Αιγαιοπελαγίτικης πολιτείας, των  Κυκλάδων, της Νάξου, ο Κινίδαρος.

Μερικές περιοδικές και με συστολή επισκέψεις στ’ Απεράθου για την καταγραφή θεμάτων που αφορούσαν την εργασία μου και βουτιά στα βαθειά στην ογκoδέστατη βιβλιογραφία των Απεραθιτών επιστημόνων.

Μετά από 23 χρόνια είμαι κι εγώ εδώ για να μιλήσω για το βιβλίο ενός γεννήματος της Απειράνθου που πραγματεύεται ένα πανανθρώπινο αγαθό, αυτό της ΑΓΩΓΗΣ, πατώντας πάνω σε μόνο μια κοινότητα ανθρώπων. Μια κοινότητα, που νόμιζα ότι μέσα από την βιβλιογραφία γνώριζα συστηματικά.

Κι έρχομαι μπροστά σ’ αυτό βιβλίο για να μου πει άλλη μια φορά το γνωστό των παππούδων ρητό, ότι δηλ. δεν γνωρίζω τίποτα. Και χαίρομαι, μετά από 33 χρόνια στην εκπαίδευση που για πολλοστή φορά μου το θυμίζει κι αυτό το βιβλίο.

«Να σου το βαφτίσω εώ μια λέξη. Τ’ Απεράθου είναι από ποιητές θεμελιωμένο. Και ο κάθε Απεραθίτης, άμα ψάξεις απάνω ντου να πούμε, κάτι ποιητικό, να το πει, να το γράψει», είπε ο Ιωάννης Μάρκος στον συγγραφέα

Γιαννούλης Γεωργίου Γιαννούλης.

Ένας ακόμα Απεραθίτης που συμμετέχει στη χορεία των Ναξίων επιστημόνων.

Ένας Απεραθίτης που με το νέο του βιβλίο βάλθηκε να μας πείσει πως συγκεντρώνει το περιεχόμενο, τις έννοιες και των τριών λέξεων – όρων – τίτλων: του εκπαιδευτικού, του δημο-διδάσκαλου και του Δ-άσκαλου.

Και τα κατάφερε.

Πρόκειται για εκπαιδευτικό που δεν περίμενε την αξιολόγηση της πολιτείας, που τόσος λόγος γίνεται σήμερα, αλλά άντλησε δύναμη από την απεραθίτικη κοινότητα και αφού απέκτησε το διδακτορικό του, συνέγραψε δυο βιβλία με τα οποία αφενός αυτοαξιολογήθηκε και αφετέρου έθεσε εαυτόν στην αξιολόγηση και την κρητική του αναγνωστικού κοινού και του επιστημονικού κόσμου.

Γιος του Γιώργη Γιαννούλη του θρυλικού «Βόντα» Βοντογιώργη που μαζί με τον Γ. Κονιτόπουλο για πολλά χρόνια απετέλεσαν μόνιμο τακίμι στην Πάρο και τη Νάξο και αφού πήραν το σκοπό του αποκριάτικου δρώμενου του Αράπη και συνθέτοντας νέους στίχους στο όνομα του τελευταίου ληστοπειρατή των Κυκλάδων, του καπετάν Μανώλη Τσαντάνη, του επωνομαζόμενου Μάουκα, το παρέδωσαν στην Παριανή μουσική πλέον παράδοση για ν’ αποτελέσει τον «εθνικό Ύμνο» του νησιού τους.

Μετά απ’ αυτόν τον επιστημονικό και εμπεριστατωμένο τρόπο παρουσίασης του εν λόγω βιβλίου από την αξιότιμη καθηγήτρια κα Ευαγγελή Ντάτση, θα νόμιζε κανείς ότι μπορεί και να τελειώσαμε με το βιβλίο του Γιαννούλη.

Μάλλον τώρα, μετά από τόσα σημαντικά που ακούστηκαν, αρχίζει το σπουδαιότερο που θα μπορούσε να συμβεί σ΄ ένα νέο βιβλίο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τον διάλογο του αναγνωστικού κοινού. Επιτρέψτε μου λοιπόν να είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς που συμμετέχουν σ’ αυτό τον διάλογο.

Τιμή μου η πρόσκληση του αγαπητού συνάδελφου.

Σας διαβεβαιώνω ότι διαβάζοντας το βιβλίο του, μου πήρε πολύ χρόνο για να το τελειώσω γιατί πίσω από κάθε θέμα του, κεφάλαιο, υποκεφάλαιο, ανακαλύπτονται, ανασταίνονται, μιλάνε οι ίδιοι οι Απεραθίτες, που είναι μάλιστα πάρα πολλοί και σημαντικοί.

Μιλάμε σήμερα για ένα βιβλίο που έρχεται να καλύψει τα κενά της ήδη μεγάλης βιβλιογραφίας για τ’ Απεράθου και τη Νάξο. Καταφέρνει να περάσει μέσα από στενά ανοίγματα, που αφήνει αυτή η πλούσια βιβλιογραφία και να βγει στο φως μιας προτουριστικής Νάξου και να στείλει το μήνυμα προς νεοναξίους, πως τούτος ο τόπος, οι κάτοικοι που τον κατοικούν σήμερα, εάν δεν ανέβει στους ώμους των παππούδων τους, το μέλλον τους θα είναι αβέβαιο.

Βαριά η κληρονομιά.

Σε σχέση με τη διάρθρωση του βιβλίου σε Μέρη, Κεφάλαια, Υποκεφάλαια, εγώ θα σταθώ σ’ αυτά που με «πείραξαν» περισσότερο και σ’ αυτά που αγγίζουν περισσότερο το γνωστικό μου πεδίο.

Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας:

«Ο έμμετρος τρόπος επικοινωνίας συνιστά ένα σταθερό κίνητρο μελέτης της λαϊκής παράδοσης των νησιών του Αιγαίου, τόσο για τη λαογραφική επιστήμη, όσο και για τις νεότερες ανθρωπολογικές προσεγγίσεις. Η Ανθρωπολογία μάλιστα με το άνοιγμα των ενδιαφερόντων της προς τις υπό ανάπτυξη χώρες – ανάμεσά τους και η Ελλάδα – μελετά τις τοπικές λαϊκές παραδόσεις των νησιών του Αιγαίου πιο εξειδικευμένα και κυρίως την κατά φύλα πολιτισμική συμπεριφορά ως προϋπόθεση της πολιτισμικής ταυτότητας ανδρών».

Εδώ λοιπόν έρχεται ο συγγραφέας μας να δώσει οργανωμένα και να καλύψει συστηματικά ένα τεράστιο κενό και να μας προσφέρει με τη μονογραφία του όλο αυτό το υλικό που είτε διάσπαρτα είτε άγνωστο, το οποίο χωρίς αυτή τη συστηματική ένταξή του και επεξεργασία, απασχόλησε σ’ αλλοτινούς καιρούς άξιους, αξώτες Απεραθίτες και μη, λαογράφους και ιστοριοδίφες.

Εκείνο βέβαια που δεν έκαναν και είναι πλέον δύσκολο να κάνουν οι Ανθρωπολόγοι είναι να ασχοληθούν συστηματικά με τα συνδρώμενα του αποτελέσματος της στιχοποιίας, δηλ. τη μουσική (σκοπό – μελωδία) και την χρησιμοποίησή της στα χορευτικά δρώμενα.

Βέβαια, ένα από τα προβλήματα που συναντά ένας ερευνητής, που πολλές φορές του στερεί σημαντικά πρωτόκολλα από την ερευνητική του εργασία είναι η αντιστρόφως ανάλογη του χρόνου ικανότητα της ανθρώπινης μνήμης, αλλά και η απώλεια σημαντικών πρωτοκόλλων λόγω θανάτου.

Αν δεχτούμε ότι, ο έμμετρος Απεραθίτικος καθημερινός λόγος, η στιχοποιία, που όπως αναδεικνύεται περίτρανα μέσα από τα συστηματικά κεφάλαια αυτού του βιβλίου, εκφέρετο τραγουδιστά, με μέλος,  και μέρος αυτού απετέλεσε και χορευτική δράση, γεννάται άμεσα το ρητορικό ερώτημα, πού χάθηκε όλο αυτό το απίθανης επιστημονικής και εθνικής σημασίας υλικό. Η Μουσικολογία και η Χορολογία βρίσκονται στα σπάργανα, ακόμα και σήμερα. Για τις Κυκλάδες και τη Νάξο αυτό φαίνεται κι από τις τζαμπουνοσυνάξεις που διοργάνωσε η Νομαρχία Κυκλάδων σε συνεργασία με το Μουσείο λαϊκών οργάνων με το μανδύα της προβληματικής διάσωσης – διάδοσης και με το άγχος του χρόνου σε ότι αφορά τις πηγές, τα πρωτόκολλα και για τη Χορολογία, τα κείμενα που δεν υπάρχουν ή κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και μάλιστα σε σελίδες επίσημων φορέων, αλλά και σεμιναρίων που διεξάγονται στη Νάξο και μάλιστα υπό την αιγίδα τοπικών φορέων.

Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να αποτυπώσει τη λαϊκή παράδοση τ’ Απεράθου στο σύνολό της, αναδεικνύοντας την ιδιαιτερότητα της πολιτισμικής παράδοσης ενός χωριού του Αιγαιακού χώρου, η ορεινή τοπογραφία του οποίου, αν και αυτό αγναντεύει τη θάλασσα από το υψόμετρο των 650 μέτρων, αποτέλεσε το βασικό παράγοντα της πολιτισμικής φυσιογνωμίας του.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω πως, εδώ μιλάμε για ένα νησί που από την αρχαία ελληνική γραμματεία χαρακτηρίζεται ως «Νάξος η αλίμενος».

Καλώς κάνει ο συγγραφέας και διατυπώνει αυτή την παράγραφο. Σ’ αυτό μπορεί κανείς να συμπυκνώνει όλη την ουσία της σκέψης του, σε ότι αφορά τον τίτλο και το περιεχόμενο του βιβλίου του. Ήτοι, η πολιτισμική φυσιογνωμία ενός ορεινού χωριού της Νάξου που αποτελεί κύτταρο στον Αιγιακό πολιτισμικό χώρο και που η σχέση του με τη θάλασσα είναι το αγνάντιο και η μεταφόρτωση του σμυριγλιού στη Μουτσούνα.

Σκύβοντας στους στίχους των ποιημάτων – τραγουδιών επαληθεύεται ο μη θαλασσινός χαρακτήρας του νησιού αποκαθιστώντας έτσι την αλήθεια περί νησιώτικου ή μη τραγουδιού.

Η καθημερινή γνώση, ως προβληματική συνείδηση, θεωρεί ως νησιώτικο τραγούδι αυτό που έχει λέξεις – όρους, όπως – θάλασσα – καράβι – κύμα – άγκυρα – ακρογιάλι – κ. ά. τοιαύτα.

Μέσα από τη μελέτη αυτή αναδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο. Πριν από τις μπλε σημαίες του Αγίου Προκόπη, που κατ’ έτος απονέμονται και στήνονται, υπήρχε αυτός ο αντιστασιακός Ναξιακός λαός. Άλλωστε για τους Αξιώτες γλεντιστάδες το απόσταγμα της προσωπικής και της κοινοτικής τους ζωής η χαρά, η πίκρα, η αγάπη, ο θρήνος, ο κόπος, οι αντοχές, η δύναμη, διατυπώνεται στα γλέντια στσ’ αυγές κι όχι στην όμορφη μεν, αλλά τουριστική δύση στην Πορτάρα.

Η θάλασσα, το καράβι, απετέλεσε για τον Αξιώτη, τον Απεραθίτη το δρόμο, το μέσον να πάει και να φέρει τους ταχυδρόμους, τις παραμάνες, τις βυζάχτρες. Ενώ παράλληλα, αλλά με μεγαλύτερη ένταση, στην καθημερινότητά του ο Απεραθίτης ανάμεσα στο Ζα και στο Φανάρι κατατρωγότανε με την πέτρα και το χώμα.

Σε ότι αφορά τα μεθοδολογικά κριτήρια για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, τα οποία καταγράφονται και περιγράφονται εκτενώς, εγώ θέλω και μόνο να τονίσω την ταύτιση όλων αυτών με τη θέση, που είχε εκφράσει γραπτώς πριν πάρα πολλά χρόνια ο αειθαλής Απεραθίτης λαογράφος, ο Δημ. Οικονομίδης, ο οποίος θεωρεί πλέον επιβεβλημένη και αξιόπιστη την ερευνητική εργασία που γίνεται σ΄ έναν τόπο και μάλιστα μικρό. Ο Γιαννούλης επιμένει σ΄ ένα και μόνο χωριό. Και καλά κάνει. Λειτουργεί σαν εξειδικευμένος γιατρός μικροχειρουργός κι όχι σαν γιατρός της γενικής παθολογίας. Αυτό ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους όσοι νεόκοποι διαχειριστές κι όχι μελετητές του ναξιακού πλούτου του λαϊκού του πολιτισμού, όταν ομιλούν για τραγούδια της Νάξου, μουσική της Νάξου ή νησιώτικη ή χορούς της Νάξου. Η διαφορά δεν βρίσκεται στο διαφορετικό κινησιολόγιο από χωριό σε χωριό μιας Βλάχας, αλλά σε διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά οργανωμένες κοινωνίες. Το υποκείμενο της μουσικής και του χορού είναι ο άνθρωπος κι όχι το μουσικό όργανο και το κινησιολόγιο αντίστοιχα.

Δυο Ναξιώτες να δεις να περπατούν στη Χώρα  είναι εύκολο για έναν, έστω υποψιασμένο να καταλάβει αν και οι δυο είναι ορεινοί ή ο ένας ορεινός κι άλλος Λειβαδίτης και ούτω καθ’ εξής.

Όταν όμως αυτά οργανωθούν συστηματικά, όπως κάνει τόσο πετυχημένα εδώ ο Γιαννούλης και ενταχθούν μέσα, κυρίως, στον κοινωνικό βίο των Απεραθιτών, τότε αναδεικνύεται η δύναμη ζωής που έχουν και η δύναμη αγωγής τους.

Η βιωματική σχέση που είχε ο συγγραφέας με τους συντοπίτες του, που σύσσωμοι βρίσκονται σήμερα κοντά του, στην παρουσίαση του νέου του πονήματος, βοήθησε, όπως ο ίδιος γράφει, ιδιαίτερα στην ερευνητική του προσπάθεια και διευκόλυνε τον τρόπο άντλησης του υλικού. Ωστόσο, δεν έλειψαν περιπτώσεις αρνητικού προβληματισμού των συγχωριανών του, τον οποίο εξέφραζαν με διάφορα επιχειρήματα.

Αυτά τα ανέφερα για να φανεί πόσο σημαντική είναι η πρόσκληση του Γιαννούλη σε μένα για να μιλήσω για το βιβλίο του, έστω και σαν ξενικός ερευνητής.

Απλά όταν γυρίζω τη σκέψη μου στο 1987 και την πρώτη τότε επαφή μου με τους Κινιδαριώτες, τι να πώ;. Είχα μαλλιά και μαύρα γένια.

Για το κεφάλαιο που αφορά την ξενιτιά, τραγούδια και χορευτικά γεγονότα, θέλω να τονίσω τα εξής:

Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες του κεφαλαίου για τη μετανάστευση και την ξενιτιά στάθηκα σε πολλά σημεία και διέκοψα πολλές φορές το διάβασμα, κι αφού σήκωσα το βλέμμα μου και καρφώνοντάς το μακριά, δεν ξέρω πού… , περνούσαν μπροστά μου σκέψεις και εικόνες από τη μια σ’ Απεραθίτικα σπίτια και δρόμους κι από την άλλη στον Κινίδαρο και στη φυσική μου γενέτειρα. Είναι τέτοια η δύναμη των Απεραθίτικων εικόνων που κατατίθενται από τον συγγραφέα και μέσω της αλληλογραφίας, που σε οδηγεί πολλές φορές σε ερωτήματα που δεν επιδέχονται απαντήσεις, αλλά συνιστούν ίσως ιδεοληπτικού χαρακτήρα ορισμό για την ξενιτιά, τον ξενιτεμένο, τον μετανάστη, τον ξενικό και τον ξένο. Πολύ σημαντική για το ύφος και την ποιότητα των αυτοσχέδιων τραγουδιών είναι η πληροφορία που καταθέτει ο συγγραφέας στο κεφάλαιο για τον ξενιτεμό, ότι δηλ. οι γυναίκες αποχαιρετούσαν τους αγαπημένους τους με τραγούδια που κοινοποιούσαν μέσω τρίτων προσώπων, ανδρών, μιας και δεν είχαν δικαίωμα να τραγουδήσουν σε δημόσιο χώρο.

Ίσως είναι το πιο δυνατό και συνάμα σκληρό κεφάλαιο του πονήματος. Δίνει δε στον αναγνώστη μελετητή την ικανοποίηση της αλήθειας περί ερευνητικής συμμετοχικής παρατήρησης σε μια και μόνο κοινότητα.

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΔΡΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΜΜΕΤΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΚΕΦ. Ι

ΔΡΩΜΕΝΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ

Τα δυο πρώτα μέρη Α’+Β’ άρτια μεθοδολογικά στημένα με μια συζήτηση που αφενός επιστημονικά καλύπτει, αν όχι στην υπερβολή, όλα, όλα τα ζητήματα συγκρότησης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των Απεραθιτών. Μια συζήτηση που δίνει αφενός τεκμηριωμένη γνώση, αφετέρου με την ένθετη εννοιολογική παράθεση των έμμετρων και πεζών πρωτοκόλλων γίνεται λαϊκό ανάγνωσμα τοπικής αυτογνωσίας για τον κάθε Απεραθίτη.

Το Γ’ Μέρος που αφορά τα ΔΡΩΜΕΝΑ και την ΕΜΜΕΤΡΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ο συγγραφέας το διαιρεί σε τρία Κεφάλαια.

Στο 1ο καταγράφει τα δρώμενα στο δημόσιο χώρο ήτοι, της Αποκριάς, το έθιμο των Κουδουνάτων, την Απεραθίτικη έκδοση των «εξ Αμάξης», της Παρλάτας δηλαδή και τα κάλαντα.

Στο 2ο Μέρος καταγράφονται τα δρώμενα σε ημιδημόσιους ανοιχτούς ή κλειστούς χώρους, ήτοι την τελετουργία των βιολιών, τα τακίμια, το χορό, τις αντιλήψεις για το χορό, το κέρασμα, το παιχνίδι Βλάχα που μετεξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς χορούς του Αποκριάτικου ρεπερτορίου και τα λευκώματα.

Στο 3ο Μέρος καταγράφονται, παρουσιάζονται και συζητούνται θέματα όπως το αυτοσχέδιο τραγούδι, η ποιητική συνομιλία, το τραγούδι ως διαγνωστικό στοιχείο, η πατινάδα, τα τραγούδια των κληρωτών και η ρίμα ως κοινωνική σάτιρα.

Στο πρώτο κεφάλαιο αναδεικνύονται δυο κατηγορίες δρωμένων, αυτά της πλατείας και των δρόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα αποκριάτικα δρώμενα των κουδουνάτων και της παρλάτας κι αυτά που λάμβαναν χώρα πάλι σε δημόσιους χώρους, δηλ. καφενεία, προαύλιους χώρους εκκλησιών, μέσα στα σπίτια και στα δώματα.

Κοινό στοιχείο όλων είναι η πάνδημη ενεργή συμμετοχή των κατοίκων της Απειράνθου, άλλοτε με ιδιαίτερους ρόλους, ρόλους θιάσου κα άλλοτε με συγκροτημένη κοινοτική και κανονιστική συνδράση των κατοίκων.

Εκτός από το δρώμενο των κουδουνάτων, που πρέπει να προσεχθεί απ’ το χωριό ο δρόμος προς την τουριστική ατραξιόν και να παραμείνει έστω η οργανωτικά συλλογική συνδράση, γιατί όπως αναφέρει και ο Γιαννούλης (σ. 301) δεν αποτελούσε θέαμα, αλλά οι ίδιοι το οργάνωναν αυθόρμητα, το δημιουργούσαν, το βίωναν, τα υπόλοιπα αποκριάτικα δρώμενα αποτελούσαν (δεν αποτελούν πλέον καθόλου, έως σχεδόν καθόλου) αποκριάτικες δράσεις και πολλών άλλων χωριών της Νάξου.

Στο κεφάλαιο ΙΙ του Γ’ Μέρους, όπου γίνεται λόγος και συζήτηση για τα δρώμενα σε δημόσιους ανοιχτούς ή κλειστούς χώρους μας δίδονται και νέα στοιχεία για την ονοματολογία των συνθέσεων των μουσικών οργάνων και των οργανοπαιχτών, ενώ όπως καταθέτει ο Γιαννούλης το μεγαλύτερο βάρος είχε το βιολί στην αντίληψη των Απεραθιτών, ενώ ο λαουθιέρης έπρεπε να είναι και ποιητής, να μπορεί δηλαδή να αυτοσχεδιάζει τραγούδια κατά τη διάρκεια του χορού και να επαινεί τα προσόντα και την ομορφιά των χορευτών και χορευτριών, πρακτική που απέφερε περισσότερα χρήματα για τους οργανοπαίχτες. Ο ποιητικός λόγος μετατρεπόταν από το λαουτιέρη σε χρηματική αμοιβή, ο οποίος συχνά υπερέβαλλε στις αναφορές του για τους χορευτές προκειμένου να τους αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα.

Εδώ λοιπόν θέλω να καταθέσω τον προεξάρχοντα ρόλο του λαουθιέρη στο τακίμι, τιμώντας παράλληλα και την βιωματική τέχνη και προσφορά του πατέρα σου. Ο λαλουθιέρης είναι ιστορικά ο αδικημένος στη συνείδηση των νεότερων νησιωτών γενικά. Αυτός έπαιζε τον πρώτο ρόλο στα καλέσματα και βέβαια οι βιολάτορες προτιμούσαν έναν καλό στιχοπλόκο ή «κουτσομπόλη», όπως τον έλεγαν οι παλιοί, παρά έναν καλό οργανοπαίχτη. Παράδειγμα, ο χωριανός σας, ο Μεντρινός, για τον οποίον μαρτυρείται, καθ’ υπερβολή πιστεύω, ότι έπαιζε χωρίς μπερντέδες στο λαούτο γιατί δεν ήξερε τι να τους κάνει. Έσκιζε ξύλα το λαούτο του, ενώ αντίθετα ταίριαζε στίχους στη στιγμή. Ήτανε κι ο πρώτος στο στίχο με δεύτερο τον Ποταμίτη τον 95χρονο σήμερα Μαυροματάκια.

Το 1975 Γιαννούλη, μετά τη Χούντα, έφυγε πολύς κόσμος μαζεμένος απ’ το νησί για την Αθήνα. Τότε λοιπόν απαντάει ο μπαμπάς αφέντης σου έναν Κινιδαριώτη γνωστό του στο καράβι και του λέει: «και συ πααίνεις; Ερήμωσε ο Κινίδαρος κι οι τονιές αδειάζουν και στα καντούνια το σπιθιώ οι κουκουμαύλες κράζουν».

Ο λαουθιέρης χόρευε τους χορευτές, που έπρεπε εκτός των άλλων να είναι «χρονικός» και να μπορεί να κουμαντάρει και τους δυο στον Μπάλλο. Όταν δηλ. ο ένας απ’ τους δυο δεν ήτανε χρονικός, δηλ. ξεχρόνιζε, ήπιανε τον έναν κι άφηνε τον άλλον. Κι έτσι πήγαινε μέχρι το τέλος. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξεχρονίζει γυναίκα στο Μπάλλο και να την αφήσει να εκτεθεί.

Κάποια στιγμή όμως, αυτό τους κούραζε πολύ και ιδιαίτερα αν ξεχρόνιζαν κι οι δυο. Ποιόν να πιάσει και ποιόν ν΄ αφήσει. Στην απελπισία του ο λαουθιέρης τραγούδησε σ΄ ένα ζευγάρι, ασκώντας ταυτόχρονα και δημόσια κριτική: «Ωραία που χορεύετε εσείς οι δυο το μπάλλο». Παίζει το βιολί το βέρσο του μια, δυο και δεν του ‘βγαινε του λαουτιέρη το υπόλοιπο και το συμπληρώνει ο βιολάτορας: «Ωραία που χορεύετε εσείς οι δυο το μπάλλο / που διάολο τον ηύρικε ο ένας σας τον άλλο».

Βέβαια κι ο βιολάτορας έφερνε χρήματα στο τακίμι κι αυτό γινότανε με τα ταξίμια, που όπως χαρακτηριστικά λέγεται «τους έπαιρναν τ’ άντερα  ή τα σώβρακα».

Το κεφάλαιο για το χορό, ενταγμένο κι αυτό στην οπτική του σκοπού της μελέτης, δεν παύει να συμβάλει και στην χορολογική οπτική, προσφέροντας έτσι στη σύνθεση του παζλ, που είναι και λέγεται χορευτική ανθρωπογεωγραφία της Νάξου, στον ορίζοντα που έχουν όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες, στον ορίζοντα δηλ. της ανθρωποποίησης μέσω όλων των εκφάνσεων του λαϊκού μας πολιτισμού.

Στη συνέχεια, η κατάθεση της Ειρήνης Μάρκου, στη σελ. 317 για τον Μπάλλο, παραπέμπει κατ’ ευθείαν στην κοινωνική θέση της γυναίκας στην Απείρανθο, ελάχιστα έως πολύ διαφοροποιημένη σε άλλα χωριά της Νάξου, στοιχείο που δίνει μια έντονη πολυμορφία στον Μπάλλο στο νησί, που αφαιρεί τα επιχειρήματα όσων ομιλούν ή γράφουν για τον οποιονδήποτε χορό θέτοντας το οριστικό άρθρο –ο- πριν τη λέξη – όνομα του χορού.

Π.χ.

Ο – Μπάλλος, πού στο Αιγαίο, σε ποιο νησί ή παράλιο μέρος του Αιγαίου και του Ιονίου;

Σε πολιτισμικά όμοιες συστάδες νησιών; Σε ποιες; Αυτές που δεν έχουν τον Μπάλλο σαν προεξάρχοντα χορό (Δωδεκάννησα) ή σ΄ αυτές που τον έχουν; (Κυκλάδες).

Σε ποιο Κυκλαδονήσι; Στη Νάξο; Ναι στη Νάξο.

Στον ατομικό (δηλ. ένα ζευγάρι) των ολόχρονων χορευτικών περιστάσεων ή στον ομαδικό στις παρελκόμενες χορευτικές δράσεις του δρωμένου των κουδουνάτων ή των φουστανελάδων στα άλλα χωριά..

Στον ατομικό λοιπόν; Ναι στον ατομικό.

Πριν το 1922 και την επιστροφή των Ναξίων της Μ. Ασίας ή μετά; Μετά

Με τζαμπούνες ή βιολιά; Με τζαμπούνες.

Με τζαμπούνες τις Απόκριες στην Πλάτσα ή σε σπίτι με βόρτο ή σε μαγαζί; Σε μαγαζί.

Στο μαγαζί χορεύει ο άντρας με ντάμα τη σύζυγό του; Όχι.

Με τη χορεύτρα που βρίσκεται στο μαγαζί και κάθεται με άλλη παρέα.

Με βιολιά; Ναι με βιολιά.

Με καλό βιολάτορα που σου παίρνει με τα βέρσα του τ’ άντερα; Ναι.

Με πολλά λεφτά στην τσέπη; Όχι.

Με πολλές γυναίκες στη σειρά; Ναι.

Και με ποια θα βρεθείς στα (γ)υράκια σου;

Με λαουθιέρη στο τακίμι που λέει κοτσάκια στον αέρα; Ναι.

Πειραχτικά ή παινετικά;

Παινετικά.

Στο μαγαζί, ο άντρας πατέρας με την κόρη του;

Στο μαγαζί ο Κώστας με ντάμα την αδερφή του;

Στο μαγαζί ο Κώστας με ντάμα τη μητέρα του; Στο σημείο τι απαντάμε σ’ αυτούς που γράφουν στα βιβλία και στα λεξικά (ακόμα κι ο Ακαδημαϊκός Ε. Μουτσόπουλος κι ο Γλωσσολόγος Καθηγητής Μπαμπινιώτης, ότι ο χορός μπάλλος είναι ο κατ’ εξοχήν ερωτικός χορός του Αιγαίου, δυτικήν έχων την προέλευσιν). Οιδιπόδειο σύμπλεγμα;

Στο μαγαζί ο Κώστας με την αδερφή του που την ξανοίει ο Πέτρος και του κάνει μπαρντό και την χορεύει, ενώ ο λαουθιέρης παρεμβαίνει στολίζοντας το ζευγάρι;

Στο σπίτι; Ναι στο σπίτι.

Στο Γάμο; Ναι στο Γάμο.

Ο κουμπάρος την κουμπάρα στον πρώτο του γαμήλιου γλεντιού Μπάλλο ή ο γαμπρός στη συνέχεια ή ο υπερήφανος γονιός της νύφης ή η θεία της νύφης που θα χορέψει σαν άντρας μιας και η μόνη γυναίκα που χορεύει είναι η νύφη.

Στο σπίτι; Ναι στο σπίτι.

Πότε; Το βραδάκι ή το βράδυ πού ‘χουν μουστώσει οι άντρες ή στσ’ αυγές;

Από Κορωνιδιάτες που χορεύουν σ’ ένα τασάκι ή από κλωτσάρηδοι Λειβαδίτες;

Στη συνέχεια γίνεται καταιγισμός υποκεφαλαίων από τον συγγραφέα, που δεν λέει να σωθεί το αναδυόμενο υλικό λαϊκής σοφίας και δράσης. Τώρα έχει σειρά το παιχνίδι της Βλάχας. Εδώ εννοείται παιχνίδι που περιλαμβάνει, λες και κοιτάζει χιλιάδες χρόνια πίσω, και τα τρία στοιχεία της τρισυπόστατης μορφής του χορού: Τον λόγο (την έμμετρη αυτοσχέδια στιχουργία) – το μέλος (τους σκοπούς, τη μελωδία, τη μουσική) και την ρυθμική κίνηση (τον χορό). Η προσέγγιση που γίνεται από τον συγγραφέα για το συγκεκριμένο τελετουργικό παιχνίδι είναι πρωτότυπη για την προσέγγιση της αρχής του χορού της Βλάχας. Η Βλάχα παιζόταν σε συγκεκριμένο χώρο (δώμα ή σπίτι) και χρόνο (Κυριακές και γιορτές). Τραγουδούσαν με φωνητικό τραγούδι (δηλ. χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων) και στηνόταν με αυτοσχέδιο πειραχτικό και πεισματικό τραγούδι και συνοδευόταν από χορό.

Το υποκεφάλαιο αυτό βρίθει τέτοιων πειραχτικών μα κι επαινετικών διαλόγων, σαν τους παρακάτω:

«Σε φίλησα σε τσίμπησα κι ήπηρα τον αθό σου,

παντρέψου τώρα κι έπαρε τον αγαπητικό σου.

 «Με φίλησες, με τσίμπησες κι ήπηρες τις γλυκάδες

το κάστρο δεν το πάτησες πό ‘χει τσοι νοστιμάδες».

Εδώ λοιπόν έχουμε ποιητικό αγώνα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών, ο οποίος, σημαντικό και ιδιαίτερο ήτανε ότι οδηγούσε σε χορό και μάλιστα σμιχτό (στο πιάσιμο) χορό.

Κυρίες και Κύριοι.

Αυτές τις μέρες άρχισε ή αρχίζει η εξεταστική περίοδος του Ιουνίου για τους Φοιτητές – σπουδαστές μας, ενώ παράλληλα κάποια άλλα, χιλιάδες παιδιά, αγωνίζονται για να εξασφαλίσουν την εισαγωγή τους στα Πανεπιστήμια και τα Τεχνολογικά Ιδρύματα.

Ο Γιαννούλης, φέρνοντας στην επιφάνεια την εκπαιδευτική ιδιότητα και των τεσσάρων μας, φρόντισε και γι’ αυτό το θέμα και γι’ αυτό το κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας να μας δώσει στο βιβλίο του ένα κείμενο – από επιστολή μιας Απεραθίτισσας μάνας προς τον σπουδάζοντα στην Αθήνα γιο της. Αυτή η επιστολή είναι καλό να κοινοποιηθεί σε περίοπτη θέση στο διαδίκτυο, σε σχετικές ιστοσελίδες, για να διαβάζεται από τους νέους φοιτητές, ώστε να δυναμώσουν τη διάθεση για μόρφωση και να ενισχύσουν τις αντοχές τους μιας και το χωριό τους ανέδειξε επιφανείς επιστήμονες σε ιστορικούς χρόνους, ίσως χαλεπότερους απ’ τους σημερινούς.

Απείρανθος 28η Σβρίου 1907

«[…]την επιστολήν σου ελάβαμεν και άκρως εχαρήμην πληροφορηθέντες ότι υγειaίνης, διά ταύτης μου δε σε πληροφορώ ότι και ημείς πάντες υγιαίνομεν συνάμα δε σε πληροφορώ ότι επί του παρόντος δεν έχομεν χρήματα να σου στείλομεν διά την εγγραφή σου αλλά να πεις εις τον Προμπονά να σου δώσει τα χρήματα και εάν δεν εμπιστεύεται να σου τα δώση τότε να μας γράψεις να του στείλομεν απόδειξιν υπογεγραμένη υπό του πατρός σου, εάν δε δεν πείθεται ούτε έτσι να μας γράψης αμέσως διά να φροντίσομεν με όποιον τρόπον δυνάμεθα αν και τώρα δεν υπάρ­χουν χρήματα εις το χωριό, να ειπής δε εις τον κ. Προμπονά ότι την άνοιξιν προσμένης ότι θα ζυγίσομεν θα του στείλομεν τα χρήματα εάν σου τα δώση.

Την επιστολήν γγράφω εξ ονόματος μου διότι ο πατέρας είνε στα λιομαζώματα. Κρασί δεν εκάμαμε πολύ ώστε και εδώ αν ήσουνα δεν θα ‘πίνες να παρλάρης […]».

Σε ασπάξομε από καρδιάς

Η μητέρα σου

Αικατερίνη ……(Μιχ. Πρωτονοτάριου)

Τελειώνοντας θα ήθελα να κλείσω με δυο αποσπάσματα, που έχουν, νομίζω, εκτός από ερευνητική, που αποτυπώνεται έτσι κι αλλιώς στο βιβλίο του συγγραφέα, μεγάλη σημασία ιδεολογική και χρηστική επικαιροποιούμενη στο σήμερα και ιδιαίτερα για τη νέα γενιά.

Το πρώτο είναι απόσπασμα που παραθέτει ο συγγραφέας αναδημοσιευμένο από το φ. της εφημ. «Ναξιακόν Μέλλον» Σεπ. 1948, του επίσης Απεραθίτη Δ. Φραγκούλη, για την «κλεψά» για να το μεταφέρουμε στη λειτουργία της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας. Αν από το κείμενο, το οποίο βέβαια αναφέρεται σε εποχές με άλλη οικονομική και κοινωνική δομή σ’ ένα κύτταρο της Αιγαιοπελαγίτικης πολιτείας, αφαιρέσουμε τον συντελεστή –χρόνος- και κρατήσουμε τις λέξεις και τα εκφραστικά μέσα, αμέσως μετατρέπεται σε σημερινό κείμενο που αναδεικνύεται το σαράκι που  κατατρώγει τις σάρκες μας.

«Τα κρούσματα της ζωοκλοπής ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο τον τελευταίο και­ρό. Στην Απείρανθο, το Φιλώτι, στη Μονή και στην Κόρωνο, καθημερινά και νέα κρούσματα […]. Το κακό έχει παραγίνει. Κραυγές απελπισίας ακούωνται από πα­ντού, μα κανένας δεν συλλαμβάνεται, κανένας δεν καταδιώκεται, κανένας δεν υποδεικνύει τον ζωοκλέπτη. Κι αν καμμιά φορά – τυχαία βέβαια – ανακαλυφθή, πέφτουν τα “μπιλιετάκια” και η πολιτική και καλύπτεται ο δράστης».

Το κλεψιμιό κριάς είναι πιο γλυκό, λένε χαρακτηριστικά στ’ Απεράθου, φράση που εμπεριέχει πολλές ερμηνείες: α) αποτελεί πράξη ανδρισμού και αξιοσύνης, χωρίς να πληρώνεται με χρήμα, και β) μπορεί να προέλθει από αντεκδίκηση για κάποιον αντίπαλο βοσκό και για το λόγο αυτό το κλεμμένο «έτρωγαν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση».

«Ζώμεν υπό το κράτος φοβεράς τρομοκρατίας κλεπτών “ο ζόζων εαυτόν σωθήτω”. Εάν η αγροφυλακή δεν κάμη τίποτα όλοι πρέπει να φύγωμεν και να μίνη η Σπίρα των κακούργων μόνον. (Διάλος Απειράνθου).

Ο Τ. Ζευγώλης σε άρθρου του το 1961 στο Ν.Μ. με τίτλο «Ζωοκλοπής και Ζωοκτονίας μνημόσυνα» τελειώνει ως εξής, κάτι σαν ευχή για μας τους σημερινούς νεοευρωπαίους – νεοέλληνες. «Κατά πολύ – ως φαίνεται – συνέβαλε εις την τελείαν εξαφάνισιν του αδικήματος (της κλεψάς) η κατανόησις του συμφέροντος αυτών των ιδίων των ποιμένων, δια την κατάπαυσιν του κακού το οποίον – ασφαλώς – κατέστρεψε – μάλλον – την οικονομικήν αυτών κατάστασιν και πάσης της Νήσου, την οποίαν ηθικώς εξηυτέλιζε».

Σήμερα η λέξη έρευνα έχει αρρωστήσει και χρησιμοποιείται παντού και για τα πάντα. Από τον δημοσιογράφο μέχρι αυτόν που ανακαλύπτει και καταγράφει ήθη, έθιμα, χορευτικές και μουσικές πράξεις και καταστάσεις χωρίς μεθοδολογικά συστηματικά επιστημονικά εργαλεία κι έτσι προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό του κι όχι το υποκείμενο αυτού του πολιτιστικού θησαυρού που είναι ο άνθρωπος που τον δημιούργησε.

Εσύ αγαπητέ Γιαννούλη, μ’ αυτό σου το πόνημα, ανάρρωσες, την κατάσταση αυτή, αυτή της καθημερινής γνώσης και την έκανες επιστημονικό λόγο.

Πράγματι, η ποιητική γλώσσα είναι αγωγή, κι εσύ ανεβαίνοντας στους ώμους των παππούδων σου, μ’ αυτό σου βιβλίο εμπεριστατωμένα και συστηματικά το απέδειξες αφ’ ενός και έδειξες προς το μέλλον αφ’ ετέρου.

Κε Φακίνε, συγχαρητήρια που για μια ακόμα φορά βάλατε κάτω από τις εκδοτικές σας υπηρεσίες ένα ακόμα βιβλίο για τη Νάξο. Και σε άλλα τέτοια.

Αγαπητέ Γιαννούλη, καλή στράτα στο βιβλίο σου και να υγιαίνεις.

Δρ. Σταύρος Χ. Σπηλιάκος (Πανεπιστημικός)

Βίντεο για το χωριό της Απειράνθου (Γιάννης Ζαζάννης)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: