• Αρχείο κατά κατηγορία

  • Αρχείο κατά μήνα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 21 ακόμα followers

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Δεκέμβριος 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Νοέ.   Ιαν. »
     123456
    78910111213
    14151617181920
    21222324252627
    28293031  
  • Διαχείριση

Σχετικά με την αυθεντικότητα και την απομίμηση (Χορός – Μουσική – Ενδυμασία)


Πριν συνεχίσετε, δείτε αυτό το βίντεο:

 

«Ταξίδι ή προορισμός;

Κι αν καταφέρεις ν’ ανακαλύψεις τον πολιτισμό των ανθρώπων και προσπαθήσεις να του δώσεις στοιχεία δεύτερης ύπαρξης ή και φολκλόρ, δεν πρέπει αυτού του είδους η διαχείριση να έχει ως υποκείμενό της πάλι τον ίδιο τον άνθρωπο;
Πόσο έτοιμοι είμαστε να διαχειριστούμε αυτόν τον πολιτισμό με το ήθος και ύφος που του αρμόζει;»

Χρόνια (22) είναι που έχω αποσυρθεί από το «ανέβασμα» των λεγόμενων χορευτικών παραστάσεων είτε για το «μεροκάματο» είτε για την κατ’ επίφαση «διάσωση και διάδοση» του Ελληνικού Παραδοσιακού χορού.

Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι προδίδω αυτούς όλους, που μου εμπιστεύτηκαν το θησαυρό της ψυχής τους, τον πολιτισμό που είχαν δημιουργήσει οι ίδιοι ή οι πατεράδες τους. Τον πολιτισμό βέβαια όχι που μου παρέδωσαν, αλλά που είχαν τη διάθεση να με κάνουν, έστω και για μια στιγμή, κοινωνό. Κοινωνό μιας συλλογικής δράσης, μιας συγκεκριμένης όμως στιγμής.

Η φράση του Μ. Μερακλή, «το πρόβλημα του χορού (εννοεί της καταγραφής του) είναι η στιγμιαία πράξη του» (ότι γίνεται μια και μοναδική στιγμή), αφοπλίζει καθέναν από εμάς που μιλάμε έστω για «πιστότητα» και βέβαια όχι (για τον λανθασμένο όρο) «αυθεντικότητα»).

Κατά δεύτερον, υποχρεώθηκα να γίνω διαμορφωτής χορευτικών κινήσεων, που νόμιζα πως αυτό ήταν και τίποτα άλλο. Έγινα κινησιολόγος, χορογράφος, κειμενογράφος, λαογράφος, κοινωνιολόγος, ιστορικός, θρησκειολόγος, μουσικολόγος, ενδυματολόγος, σκηνοθέτης, φωτιστής, χειριστής ηχητικής κονσόλας, κλέφτης ηχογραφημένης μουσικής, μακετίστας έντυπων προγραμμάτων και προσκλήσεων, σκηνογράφος κιτς σκηνικών, «φραγκοράφτης» τα πρώτα χρόνια, προπονητής ρυθμικής γυμναστικής με συνοδεία πατριωτικής μουσικής, μέτοχος της «ΒΙΟΣΟΛ Α.Ε» (εξέδρες κ.λπ.), προωθητής εταιρειών αναψυκτικών, μάνατζερ εκδηλώσεων για τον πολιτισμό, διαχειριστής ανθρωπίνων πόρων, κομμωτής,  μακιγιέρ, εκφωνητής, αφηγητής, ισορροπιστής απαιτήσεων μουσικών οργανοπαιχτών, «ζήτουλας» οικονομικής ενίσχυσης από διαζευγμένους με τον πολιτισμό αυτοδιοικητικών «αρχόντων», ταξιδιωτικός πράκτορας, «ηθικός και νόμιμος» οικονομικός διαχειριστής, διακρατικός μεσολαβητής για συμμετοχή σε φεστιβάλ του εξωτερικού, «προπονητής» για τη συμμετοχή σε διαγνωστικά, αν όχι ανταγωνιστικά, φεστιβάλ, μέλος κριτικών επιτροπών αγώνων χορού (sic) του Υπουργείου ΕΘΝΙΚΗΣ Παιδείας, τηλεοπτικός παραγωγός, νταντά, κοινωνικός λειτουργός, διαχειριστής πάρκιν παιδικών ψυχών, ψυχαναλυτής απαιτητικών γονέων και άλλα πολλά, που γράφω στο βιογραφικό μου, αλλά που δεν είναι της παρούσης.

Έτσι λοιπόν, όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, συνομιλεί μ’ έναν άνθρωπο που έχει, αν μη τι άλλο, διέλθει πολλά επαγγέλματα, παράλληλα μ’ αυτό του επί 33 χρόνια καθηγητή.

Χαρά μου να ανεβάζω στο blog μου κριτικά άρθρα άλλων.

Τούτο που ακολουθεί αναφέρεται σ’ αυτή, την περίφημη και περιλάλητη, δράση των πολιτιστικών και ΕΚ-πολιτιστικών ανά τη χώρα συλλόγων και σωματείων.

Αν βέβαια με ρωτήσετε για το Πανεπιστήμιο και την Πολιτεία (αυτό που λέμε Κράτος)….

«Κοντός ψαλμός, αλληλούια…..».

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

«Σχετικά με την αυθεντικότητα και την απομίμηση»

Άρθρο της Εριφύλης Μιχαηλίδου – Κάτανα

στο: http://users.forthnet.gr/ath/heliodromion/authenticotis.htm

“… Εις κάθε του βήμα ο άνθρωπος ελκύει ή απωθεί δυναμικά ρεύματα άτινα αδιακόπως διασταυρούνται εν τω διαμορφωτικώ παράγοντι της Φύσεως. Οι πλείστοι των ανθρώπων, αληθινά παίγνια του Μοιραίου, ουδεμίαν αντίληψιν της δράσεως ταύτης έχουν. Εν τούτοις εκείνος όστις, αφού εντείνη την θέλησίν του, εκτελή ένα καθωρισμένον βηματισμόν, αφήνει εν ίχνος της διελεύσεώς του εκ δυναμικών ρευμάτων”. Πέτρου Γράβιγγερ “H ΕΠIΣΤHΜH ΤΩN ΔΟNHΣΕΩN” Εκδ. IΔΕΟΘΕAΤPΟN * ΔIΜΕΛH, AΘHNAI 1999.

Τα τελευταία χρόνια κάθε πόλη και χωριό της ελληνικής επικράτειας διαθέτει από έναν έως περισσοτέρους “πολιτιστικούς” συλλόγους (ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών αυτοαποκαλούνται “εκπολιτιστικοί”, έτσι για να γίνεται … εμφανές πως κάποιοι … φωστήρες έχουν αναλάβει να … εκπολιτίσουν τους άξεστους και τους απελέκητους). Η πλειοψηφία των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοικήσεως θεωρεί ως αυτονόητη την αμέριστη συμπαράσταση στις δραστηριότητες αυτών των συλλόγων, που κυρίως επικεντρώνονται στην αναπαράσταση κάποιου παλαιού, σχεδόν λησμονημένου εθίμου ( είναι πιθανόν αυτό το έθιμο να μην υπήρξε, μπορούν όμως να το επινοήσουν, έτσι, χάριν του θεάματος ) και στις επιδείξεις “παραδοσιακών” χορών. Aυτές οι εκδηλώσεις γίνονται είτε στη διάρκεια του καλοκαιριού (σπουδαίο κίνητρο είναι και η προσέλκυση τουριστών), είτε κατά τις Απόκριες και την Καθαρή Δευτέρα, τότε που το λαϊκό ξεφάντωμα είναι αδιανόητο χωρίς την διασπορά στο περιβάλλον τεραστίου όγκου πλαστικών και χάρτινων σκουπιδιών, ούτως ώστε να ακολουθείται αυτή η “καθαρή” ημέρα από την “βρώμικη Τρίτη”, κατά τον καθηγητή N. Σ. Μάργαρη (“Πανελλήνια μασκαραλίκια”, εφημ. “ΤA NΕA” 30/31 Μαρτίου 2002 )

Οι παραστάσεις δίνονται είτε στο γήπεδο, είτε πάνω σε ξύλινη εξέδρα στημένη σε δημόσιο χώρο. Κάποιος προλογίζει από μικροφώνου την εκδήλωση και παρουσιάζει το πρόγραμμα. Και όπως συνηθίζεται εδώ και λίγα χρόνια, δεν λησμονεί να αναφέρει πόσο κινδυνεύει η “άσπιλη” “ελληνική παράδοση” από την … δόλια και … πανούργα “παγκοσμιοποίηση”. Το, εθισμένο στην κατανάλωση εύληπτων θεαμάτων, κοινό παρακολουθεί φορώντας ρούχα της τελευταίας “παγκοσμιοποιημένης” μόδας, καπνίζοντας “παγκοσμιοποιημένα” τσιγάρα με αμέρικαν μπλέντ, δροσιζόμενο με “παγκοσμιοποιημένα”, πολυδιαφημισμένα αναψυκτικά. (Το οινοπνευματώδες που θα καταναλωθεί αργότερα στα “παραδοσιακά” μπαρ είναι ασφαλώς το “παραδοσιακό” σκωτσέζικο η ιρλανδέζικο ουίσκι, και όχι το τσίπουρο η άλλο ανάλογο απόσταγμα κάποιου αφανούς επαρχιώτη Έλληνος αμπελουργού ).

Οι οργανοπαίχτες παίρνουν θέση μπροστά στα “παραδοσιακά” ηλεκτρικά μικρόφωνα. Τα θηριώδη “παραδοσιακά” ηχεία, γιγαντιαίας ηλεκτρικής ισχύος, μεταδίδουν σε μεγάλες αποστάσεις την “παραδοσιακή” μουσική. Ο χειριστής της “παραδοσιακής”, συνήθως ιαπωνικής προελεύσεως, ηλεκτρονικής “κονσόλας” ρυθμίζει τους ήχους. Οι ηλεκτρονικοί “παραδοσιακοί” ενισχυτές “ξεροβήχουν” εκνευριστικά παράσιτα ( κάθε μηχάνημα δικαιούται να έχει τις ιδιοτροπίες του…)όπως είναι αναπόφευκτο, οι, διερχόμενοι μέσω όλων αυτών των μηχανημάτων, ήχοι υφίστανται μικρές η μεγάλες αλλοιώσεις. Στη συνέχεια, διανύουν τα ακουστικά αισθητήρια όργανα των θεατών-ακροατών. Στροβιλίζονται μέσα στους σωλήνες του ακουστικού λαβυρίνθου, διεγείρουν το ακουστικό νεύρο. Οι δονήσεις που δέχονται τα, απροστάτευτα και εκτεθειμένα διαρκώς στους θορύβους και την ηχορύπανση, όργανα της ακοής, ειδικά το εσωτερικό αυτί (εσωτερικό ους) που βρίσκεται σχεδόν μέσα στον εγκέφαλο, επηρεάζουν το κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι θεατές – ακροατές (που δεν έχουν επίγνωση ότι γίνονται θύματα βάναυσων και απαίδευτων αρκουδιάρηδων) αντί της αγαλλιάσεως και της ήρεμης ευφορίας, εκδηλώνουν ένταση και έξαψη: συναισθήματα που επιζητούν εκτόνωση με το σπάσιμο πιάτων και ποτηριών. Ο Ορφέας εξημέρωνε με την μουσική του τα αγρίμια, ενώ οι αδίστακτοι έμποροι πολλών ειδών της κατ΄ ευφημισμόν μουσικής εξαγριώνουν, εδώ και πολλά χρόνια, τους ανθρώπους.

Εκείνος που θα εκφράσει τέτοιου είδους λεπτολογίες θα χαρακτηρισθεί από τους “μερακλωμένους” (που μπορεί να είναι απλώς παραζαλισμένοι) είτε ως σχολαστικός, είτε ως υποχόνδριος, είτε ως “κρυόκωλος”, είτε ως “ξενέρωτος”, είτε ως “κολλημένος”. Ποιος του είπε να έχει εμμονές με το <<φιλοκαλούμεν μετ΄ ευτελείας>> των καλαίσθητων αρχαίων Αθηναίων;

Ας πάμε τώρα στις φορεσιές. Εδώ η “παράδοση” … αντιστέκεται: οι ομοιόμορφες στολές μοιάζουν, λίγο ως πολύ, παραδοσιακές. Μήπως θα ανέβει κανείς από τους θεατές πάνω στην ξύλινη εξέδρα για να τις… ζυγίσει; Οι αυθεντικές υφαντές φορεσιές ήταν βαριές. Οι γυναίκες που τις φορούσαν κατά τις γιορτές από σεβασμό προς τα ήθη της εποχής των, αλλά και εξ αιτίας αυτού του βάρους χόρευαν <<στρωτά>>, δηλαδή χωρίς άκομψες άρσεις των κάτω ακρών και επιδεικτικά κουνήματα. Η σεμνότητα αποτελούσε το μέγιστο γυναικείο προσόν, όπως αντίστοιχο … προσόν σήμερα είναι η πρόκληση (είτε με τα διαφανή και μικροσκοπικά ρούχα, είτε με την λάγνα κινησιολογία). Εκτός όμως από την πρόκληση, κυρίαρχο ρόλο παίζει και η ανοησία, που βάζει τις κοπέλες να χορεύουν ψευτομάγκικα χασάπικα και χαζοχαρούμενα συρτάκια, φορώντας ζωνάρια στη μέση. (Σημείωση: τα ζωνάρια χρησίμευαν για να προστατεύουν το μυϊκό σύστημα, εκείνων που σήκωναν πολλά βάρη, που σημαίνει κατ΄ αναλογίαν, πως όταν χόρευαν δεν έκαναν ακροβατικές φιγούρες ). Σε συνέντευξή της η Μελίνα Μερκούρη είχε εκφράσει την μεταμέλειά της για το συρτάκι που παρουσίασε στην διάσημη, βραβευμένη στο Φεστιβάλ των Καννών, ταινία “Ποτέ την Κυριακή” (1960): Οι κινηματογραφικοί κανόνες θεαματικότητος προέβαλαν μια εξωπραγματική Ελλάδα, δίχως να προσφέρουν κάτι καλό στον Ελληνικό Πολιτισμό.

Φορεσιές του 19ου αιώνος που έχουν περισωθεί άνηκαν στους πλουσίους και όχι στον απλό λαό. Τα ακριβά τους υλικά άντεξαν στον χρόνο. Όσες πάλι εικονίζονται στους περισσοτέρους πίνακες εκείνης της εποχής, μάλλον παρουσιάζονται εξωραϊσμένες. Η διαμόρφωση ορισμένων τύπων “παραδοσιακής” ελληνικής φορεσιάς δέχτηκε τις επιρροές των αισθητικών προτιμήσεων κάποιων Bαυαρών αυλικών, που οργάνωναν στα ανάκτορα του Όθωνος χοροεσπερίδες, στις οποίες κυριαρχούσαν η χλιδή και η εντυπωσιοθηρία. (NΤΟPA ΤΣAΤΣΟΥ ΣΥΜΕΩNIΔΟΥ << Ο χορός στην Ελλάδα Μετά την εθνική μας απελευθέρωση>>, “ΕΛΛAΣ”, Εκδ. ΠAΠΥPΟΣ 1998 )

Σε σπάνιες, παλιές φωτογραφίες στα χωριά μπορεί κανείς να δει ανθρώπους που δεν προτιμούσαν τους φραγκοράφτες, και ντυνόντουσαν με ανεπιτήδευτο και πρακτικό τρόπο: Η απλότητα και η αποφυγή των περιττών αποτελούν χαρακτηριστικά της ελληνικής καλαισθησίας. Η ίδια καλαισθησία χαρακτηρίζει και τους ελληνικούς χορούς, όπως και τα τραγούδια, από τα οποία οι χοροί συνοδεύονται. Έχει γραφεί χαρακτηριστικά: “Τέλος, να θυμίσω στον αναγνώστη την εκφραστική μονοτονία που έχουνε τα δημοτικά τραγούδια μας, που είναι τα πλέον γνήσια λογοτεχνήματα, και που γι΄ αυτά έχω γράψει πολλές φορές. Βάζω εδώ μονάχα λίγα λόγια που έχω γραμμένα για τον βουνίσιο λαϊκό ποιητή: <<Το φως είναι μπροστά του, απλό, αληθινό. Εδώ δεν έχει πολλά λόγια. Με πέντε δέκα λιθάρια χτίζει έναν πύργο. Με δυο τρία πουρνάρια κάνει ένα δάσος, με τρία αγριολούλουδα μοσκοβολά ο τόπος. Πεντέξη άνθρωποι που κουβεντιάζουνε, ένα λημέρι τριγυρισμένο με ξερολιθιά, δυο πουλιά που πετάνε από πάνω, ένα μνήμα πούναι κοντά σ΄ ένα ρημοκκλήσι, κάτι γίδια που βοσκάνε, αυτά φτάνουνε για να νοιώσεις όλη την πλάση. Γιατί ο ουρανός κι η γης κι όλα τα πλάσματα είναι παρών. Ποτές το αίσθημα δεν ξεπέφτει σε μπόσικα γλυκοσαλιάσματα >> (Φώτης Κόντογλου (1895 1965): “ Η μεγάλη μονοτονία της φύσης και των μεγάλων έργων”, από τα <<Μυστικά άνθη>> ΕΚΔ. ΠAΠAΔH-ΜHΤPIΟΥ, Αθήνα 2001) Επειδή φέτος συμπληρώθηκαν ογδόντα χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή, επέλεξα αυτή την περιγραφή για το δημοτικό τραγούδι, φτιαγμένη από έναν πολυτάλαντο Κυδωνιέα (Κυδωνίες, στα τουρκικά Αϊβαλί, φημισμένη πόλη των Μικρασιατικών παραλίων), του οποίου η συγγραφική και εικαστική δημιουργία διαπνέεται από μία παράφορη αγάπη για το ελληνικό τοπίο και την ελληνική λαϊκή παράδοση.

Οι παραδοσιακοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, που μοχθούσαν και ίδρωναν ολημερίς στην ύπαιθρο, δεν χόρευαν σαν να ανήκαν σε μπαλλέτο. Η σκληρή καθημερινή τους εργασία απαιτούσε δύναμη, ευλυγισία και αντοχή, γι΄ αυτό δεν είχαν ανάγκη να επιδεικνύουν αυτά τους τα χαρίσματα στα πανηγύρια, όπου γλεντούσαν και χόρευαν ανεπιτήδευτα και αναλόγως με την διάθεση της στιγμής. είχαν την πρόνοια να αποφεύγουν τις ψεύτικες πόζες και τις κούφιες χειρονομίες, θεωρώντας ότι ήταν αταίριαστες με τα ήθη των, για τα οποία οι θεατρινισμοί συνιστούσαν ξεπεσμό και αξιοθρήνητη απαιδευσία.

Οι ερασιτέχνες χορευτές μέλη των συλλόγων που συμμετέχουν στις παραστάσεις των διαφόρων μαζικών εκδηλώσεων συνήθως χαμογελούν με, προσποιητή, ανεμελιά. Στο τέλος μιας τέτοιας παραστάσεως, που συνήθως διαρκεί δύο ώρες, ο θεατής αποκομίζει την εντύπωση ότι το (αμήχανο η αυτάρεσκο) χαμόγελο των χορευτών είναι ίδιο με το στημένο χαμόγελο των φωτομοντέλων που διακοσμούν τα εξώφυλλα των λάιφστάϊλ εντύπων, και των μανεκαίν που κάνουν επιδείξεις ρούχων στις πασαρέλες. (Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν ελληνικές λέξεις για τα βαρβαρικά “πασαρέλα”, “μανεκαίν”, “μπαρ”, και αλλά συναφή. Πιστεύω ότι κανονικά δεν θα πρέπει να υπάρχουν ελληνικές λέξεις που να περιγράφουν πράγματα ξένα προς τον ελληνικό πολιτισμό). Στους Ποντιακούς χορούς δεν χρειάζεται να χαμογελούν οι χορευτές, κάτι που δεν είναι γνωστό σε όλα τα συγκροτήματα. Στους ίδιους αυτούς χορούς ο πρωτοχορευτής δεν κάνει φιγούρες, ψαλίδια και επιδεικτικά άλματα, ούτε χτυπάει με το χέρι την φτέρνα του. ( “ Η έρευνα του λαϊκού χορού”, εκδ. ΔIΕΘNHΣ ΟPΓANΩΣH ΛAΪΚHΣ ΤΕXNHΣ)

Υπάρχουν χοροδιδάσκαλοι, και άλλοι ασχολούμενοι με την λαογραφία, άριστοι γνώστες των παραδόσεων, είναι όμως λίγοι. Οι περισσότεροι από τους ενασχολουμένους με αυτά τα θέματα δεν έχουν αισθητική παιδεία, ούτε έχουν μελετήσει τους επαγωγικούς συλλογισμούς του Πλάτωνος για την σωματική και πνευματική διαπαιδαγώγηση των πολιτών ( NΟΜΟI B΄). Περιορίζονται σε πρόχειρες μιμήσεις και σε αβασάνιστους ερασιτεχνισμούς, ενώ ισχυρίζονται ότι επιτελούν πολιτιστικό έργο “συνεχίζοντας” την παράδοση: μία παράδοση που αγωνιά να προβληθεί στην τηλεόραση, φτιασιδωμένη για να αντέξει στο σκληρό φως των προβολέων και των, ανελέητων, γκρο -πλάν λήψεων. Με δεδομένο ότι, εδώ και δεκαετίες, τόσο τα θεάματα όσο και η ανθρώπινη συμπεριφορά έχουν διαποτιστεί από τα ποικίλα συνθετικά “αρώματα” των Xολλυγουντιανών θεαμάτων καθώς και άλλων μικρότερων Xόλλυγουντ, Μπρόντγουεη, Τσινετσιτά, Μπόλυγουντ (=το Ινδικό Xόλλυγουντ, στην Bομβάη), κλπ., δεν είναι εύκολο να πιστέψουμε ότι, αυτό που μας παρουσιάζεται ως λαϊκή παράδοση, έχει την ευωδιά της αγνότητος και της αυθεντικότητος. Φαίνεται σαν μία περίπτωση ανάλογη εκείνης όπου, η αγυρτεία ανακαλύπτει κάποια τυχαία οστά, τα καταβρέχει με συνθετικό μύρο ώστε να ευωδιάσουν, και έτσι να προσελκύονται τα θρησκόληπτα πλήθη, που συνωστιζόμενα προσμένουν θαύματα, τάζοντας “ασήμια και μαλάματα”.

Πόσο καλύτερος και περισσότερο πεπαιδευμένος αποχωρεί ο θεατής , Μετά το τέλος μιας τέτοιας παραστάσεως, της οποίας τους ναρκισσευομένους συντελεστές έχει ανταμείψει με γενναιόδωρο χειροκρότημα; Γιατί “ναρκισσευομένους”; Επειδή, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, δεν αποφεύγουν “να ιππεύσουν το καλάμι”, όταν, με λίγες ώρες προετοιμασίας για την εκμάθηση των επαναλήψεων ορισμένων απλών βημάτων, απολαμβάνουν τα ηχηρά χειροκροτήματα και την παρατεταμένη επιβράβευση από ένα πολυπληθές κοινό. Άλλοι θεράποντες του θεάματος σπανίως απολαμβάνουν ανάλογη επιβράβευση, επειδή παρουσιάζουν δύσκολα, για την παιδεία και την αντίληψη των πολλών, θεάματα. Η πλειοψηφία των θεατών δεν καταπιάνεται με τέτοιου είδους προβληματισμούς, ούτε ψάχνει για τις λεπτές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ “διασκεδάσεως” και “ψυχαγωγίας”.

Την ώρα όμως που κάποιοι επιδίδονται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς και σε πομπώδη συνθήματα,                               και στα απέριττα της Τερψιχόρης χοροστάσια /

ιδρώνουνε οι ποιητές, /

μακριά από την ηχορύπανση, /

τις γυαλισμένες πόρπες,

και τις φανταχτερές τις φορεσιές.

Εριφύλη Μιχαηλίδου – Κάτανα

ΥΓ. Κάποιοι “πλανόδιοι” ερασιτέχνες που γνωρίζουν, κουτσά-στραβά, πέντε – δέκα παραλλαγές λαϊκών χορών, έρχονται σε συνεννόηση με εκπροσώπους των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων στα σχολεία, και οι ημιμαθείς γονείς και κηδεμόνες εμπιστεύονται σε αυτά τα άτομα τα παιδιά τους, με ήσυχη την συνείδηση ότι επιτελούν το καθήκον τους απέναντι στην παράδοση. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα παιδιά: η θα αντιπαθήσουν την παράδοση ( αφού την διδάσκονται από προχειρολόγους), η απλώς θα αρκεστούν να μάθουν πως να <<πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα >> ( χαρακτηρισμός από το κείμενο << Ο μοναχικός θρήνος >> του Διονύση Xαριτόπουλου, εφημ. “ΤA NΕA” 14 15 Σεπτεμβρίου 2002 ).

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Αγαπητέ κ. Σπηλιάκο,

    Χριστός ανέστη! Συγχωρέστε με για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση της απάντησής μου, αλλά νομίζω σε έναν δημιουργικό διάλογο δεν έχει τόση σημασία η χρονική απόσταση των αναρτήσεων.

    Λέτε: Θα προτιμούσα βέβαια να διαφωνήσετε παρά να το χαρακτηρίσετε αρνητικά «εντυπωσιακό».

    Μα με την ουσία των λεγομένων του κειμένου βασικά δεν διαφωνώ. Όπου διαφωνώ ως προς την ουσία, το ανέφερα. Διαφωνώ όμως και ως προς τον τρόπο που ετέθη το ζήτημα, καθώς θεωρώ ότι αδικούνται άνθρωποι και καταστάσεις. Και θέλω να το εξηγήσω αυτό καλύτερα θίγοντας δύο σημεία:

    1. Το αν μία κατάσταση έχει θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα κρίνεται οπωσδήποτε, μεταξύ των άλλων, και από την σύγκριση των αποτελεσμάτων αυτών με εκείνα που θα προέκυπταν από την έλλειψη της κατάστασης. Αυτή βέβαια είναι μία εξαιρετικά δυσχερής διαδικασία. Μου έρχεται ένα παράδειγμα. Είμαστε σε ένα χωριό της Γερμανίας όπου ζουν 3 οικογένειες ομογενών και οι οποίες δεν έχουν πρόσβαση σε σχολείο. Αποφασίζει ένας λοιπόν από τις οικογένειες να μάθει στα παιδιά ελληνικά. Ο ίδιος μπορεί να μην καταλαβαίνει την αδυναμία του. Όμως τα παιδιά μαθαίνουν κουτσά στραβά τα ελληνικά. Κατά την γνώμη μου το αποτέλεσμα είναι θετικό, δεδομένου ότι αν αυτός ο άνθρωπος δεν είχε πάρει αυτή την απόφαση (με τα όποια στραβά της) τα παιδιά δεν θα ήξεραν ούτε στοιχειωδώς να μιλούν. Αυτά τα άσχημα ελληνικά τους μπορούν αργότερα να αποτελέσουν τη βάση για μία περαιτέρω εξέλιξη και περαιτέρω ωρίμανση στην γλώσσα και στον πολιτισμό που απορρέει από αυτήν.

    2. Άλλο το κακό και άλλο αυτός που το ενεργεί, τον οποίο, αισθάνομαι, δεν έχω το δικαίωμα να τον πω κακό, γιατί αποδίδω γενικευτικά ένα χαρακτηριστικό σε ολόκληρη την προσωπικότητά του διαχρονικά, πράγμα το οποίο νομίζω κατ’ αρχάς τον αδικεί και βέβαια δεν είναι και αληθινό, καθώς δεν μπορώ να ξέρω την ψυχή, τις καταβολές, τα προβλήματα, τις εμπειρίες, τις προσλαμβάνουσες, τις δυνατότητες, τις προϋποθέσεις του άλλου.

    Όσον αφορά στα περί αλήθειας. Οι τέχνες και οι επιστήμες βαδίζουν τον δρόμο προς την αλήθεια. Είναι όμως αρκετά πίσω ακόμα. Εγώ το καταθέτω αυτό ως θετικός επιστήμονας και ερευνητής (χημικός μηχανικός). Η επιστήμη σημαίνει πορεία προς την αλήθεια και σε καμία περίπτωση «αλήθεια». Άρα επιμένω ότι όλοι πρέπει να τελούμε σε βαθιά γνώση της αγνωσίας μας.

    Τέλος, πιστεύω βαθιά ότι τα κακώς κείμενα διορθώνονται όχι τόσο με την κριτική όσο με την συμπάθεια (με την ετυμολογική έννοια του όρου) και την διόρθωση των δικών μας λαθών. Όταν συμπάσχεις βοηθάς, ενώ όταν κρίνεις συνήθως προκαλείς έναν ατέρμονα κύκλο δράσεων-αντιδράσεων, που πάντα θα παλινδρομούν, οπότε η ισορροπία και η πρόοδος θα καθυστερούν.

    Είναι μεγάλη και όμορφη κουβέντα αυτή και μακάρι κάποτε να τα πούμε και από κοντά. Αισθάνομαι ότι μέσα από ένα τέτοιο μήνυμα δεν μπορώ να γίνω πλήρως κατανοητός. Συμπαθάτε με για την αδυναμία μου αυτή.

    Χριστός ανέστη!

    Με εκτίμηση
    Δημήτριος Μαντζούρης

  2. Κύριε Μουντζούρη καλημέρα σας.
    Χαίρομαι για την επικοινωνία και σας ευχαριστώ για το χρόνο σας για την ανάρτηση και το σχόλιό σας.
    Θα προτιμούσα βέβαια να διαφωνήσετε παρά να το χαρακτηρίσετε αρνητικά «εντυπωσιακό». Άλλωστε, ο δρόμος «Κόντογλου» δεν είναι κι ό,τι πιο εύκολο.
    Τριάντα τέσσερα χρόνια τώρα υπηρετώ κι εγώ αυτό το σύστημα, αλλά ταυτόχρονα του ασκώ και κριτική (sic).
    Το κείμενο το δικό μου γράφτηκε σαν εισαγωγικό του άρθρου που ακολουθεί ως αναδημοσίευση. Επομένως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, αν δεν έχουμε σοβαρές αντιρρήσεις στα όσα με δυο στίχους μας λέει η ποιήτρια Διαλεχτή Ζευγώλη, οι σκέψεις που διατυπώνονται αφορούν όλους εμάς που διαχειριζόμαστε αυτές τις εκφάνσεις του λαϊκού μας πολιτισμού. Μιλάμε λοιπόν για διαχειριστές κι όχι δημιουργούς ή συμμέτοχους αυτού του πολιτισμού. Και μάλιστα χωρίς τα πρωτόκολλά μας να αναφέρονται , όπως θα έπρεπε, σε ακριβή τόπο και χρόνο.
    Αν η αλήθεια είναι πολύπλοκη και πολυδιάστατη, πιστεύω πως υπάρχουν επιστήμες και τέχνες που μπορούν να οδηγήσουν σ’ αυτή την αλήθεια. Αν ότι αγαπούσαμε το διαχειριζόμασταν με το βλέμμα στο μέλλον, δηλ. κάποτε να ωριμάσουμε, μάλλον καταστροφικά θα ήτανε τ’ αποτελέσματα.
    Αν δε η θετική διάθεση τόσων και τόσων που ασχολούνται μ’ αυτό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι διαβατήριο για την αυτοαναγόρευση σε υπηρέτες διαχειριστές της παράδοσης, τότε θα μπορούσα να πω πως, εδώ συναντάται η πιστότητα στην πράξη, που πραγματοποιείται με σύγχρονα μέσα και του «αρέσει».
    Επειδή η διάθεσή μου σ’ αυτό το blog είναι παιδευτική (όσο αυστηρό και με γενικεύσεις φορτωμένο το κρίνετε εσείς), το «αρέσει» έρχεται να μας το φορτώσει κι άλλο ο Πλάτωνας κι ο Καθηγητής της Πολιτικής Φιλοσοφίας Γιώργος Φαράντος:

    «Μαστροπεία» ονομάζεται από τον Σωκράτη, η τέχνη του επηρεασμού, της επιβολής μέσω του «αρέσω». Βλ. Γ. Φ α ρ ά ν τ ο ς, «Ο Φιλόσοφος κι ο `Μαστροπός'», Σύγχρονοι Καιροί, (1983), χρ. 1ος, τ. 5ο, Φιλιππότης, σ. 222-223.
    “…Ο απλός ‘προαγωγός’ ο ‘μαστροπός’ κάνει απλώς συστάσεις, επαινεί, πλασάρει, γίνεται μάνατζερ, δημιουργεί ψυχολογικούς και κοινωνικούς όρους ώστε ‘να επιθυμεί ο ένας τον άλλο’, σκαρώνει ανάγκες, συναντήσεις, φιλίες, ομοψυχίες, ‘γάμους’, συμμαχίες, διακηρύξεις, κόμματα, προγράμματα, γκρουπ, κλίκες, πράκτορες της σκέψης και πράξης κ.λπ. Όλα αυτά μέσα στα πλαίσια του ‘αρέσκω’, μιας επιφανειακής συναρμολόγησης, ενός κουκουλώματος δολίου, ‘επίδειξης’ η οποία στο τέλος επιβραβεύεται με ‘αργύριον’ υλικό, πολιτικό, οικονομικό, εξουσίας και δύναμης. Ο ‘προαγωγός’ αυτός θέλει να καπελώσει το γίγνεσθαι ενός ανθρώπου, υπηρετεί τα ‘συμφέροντα’ κάποιας γραμμής και κάποιας άρχουσας τάξης, είναι ένας πράκτορας ο οποίος αποσκοπεί στο ‘ίδιον συμφέρον’ μέσω της παραπλάνησης και του επηρεασμού…..”.
    Σίγουρα τα παραπάνω δεν παραπέμπουν όλα στο υπό συζήτηση θέμα μας, αλλά είναι ενδεικτικό μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί να είναι όλα ανεκτά και να βελτιώνονται αργά αργά. Κι εγώ θα πρόσθετα πως, αν του «αρέσει» προηγηθεί το «μου» και το «έτσι» = «έτσι μου αρέσει», η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου και η κοινωνία γίνεται ζούγκλα, όπως και είναι. Ας αναλογιστούμε λοιπόν τι σημαίνει αυτό ως εφαρμογή στη διαχείριση του λαϊκού πολιτισμού.

    Σας ευχαριστώ και πάλι και σας χαιρετώ.
    Με Εκτίμηση
    Σταύρος Σπηλιάκος

  3. Κύριε Σπηλιάκο, ευχαριστούμε για το κείμενο.

    Ωραίο κείμενο, σωστά τα περισσότερα από τα σημεία του, πλην λίγο εντυπωσιακό. Από αυτόν τον εντυπωσιασμό που δεν θα επεδίωκε ο Φώτης Κόντογλου… Δεν έχουν όλοι την τύχη να έχουν ακούσει από κάπου ότι υπάρχει ο Πλάτων και δεν έχουν όλοι τις προϋποθέσεις να αντιληφθούν σήμερα (μπορεί αύριο να το κάνουν, γι’ αυτό και τα πράγματα δεν πρέπει να τίθενται γενικευτικά και τόσο αυστηρά, η αλήθεια είναι πολύ πιο πολύπλοκη και πολυδιάστατη από αυτήν που παρουσιάζεται στο ανωτέρω κείμενο) το τι είναι αισθητικώς άρτιο, το τι είναι ανεπιτήδευτο, το τι είναι απλό, λιτό και ως εκ τούτου ωραίο. Και δεν φταίνε απαραίτητα γι’ αυτό. Η πορεία προς την ωρίμανση και την εσωτερική ισορροπία έχει στάδια, σκαλιά, προβληματισμούς, πισωγυρίσματα κ.λπ. Ας μην αδικούμε τόσους και τόσους ανθρώπους, οι οποίοι από πλευράς διάθεσης μπορεί να έχουν την καλύτερη. Νομίζω το μοίρασμα ως ίσος προς ίσο βοηθάει τα μέγιστα. Πάντως, η απείρως πολύπλοκη αλήθεια επιβάλλει να στεκόμαστε μπροστά στα πράγματα με επιφύλαξη και προβληματισμό.

    Εύχομαι σταδιακά τα πράγματα να βαίνουν προς αυτό το οποίο εύχεται και το κείμενο. Άλλωστε κάθε τι το ψεύτικο δεν διαρκεί.

    Με εκτίμηση
    Δημήτριος Μαντζούρης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: