• Αρχείο κατά κατηγορία

  • Αρχείο κατά μήνα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 20 ακόμα followers

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Ιουνίου 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.   Ιολ. »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Διαχείριση

Υποστήριξη διδακτορικής διατριβής


Παρουσίαση της διδακτορικής Διατριβής κατά την υποστήριξη στην 7μελή Εξεταστική επιτροπή.

Εξεταστική Επιτροπή:Χορευτικό ζευγάρι  2 (Νάξος) (λεπτ

  1. Γ. Δ. Φαράντος,  Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας Παν/μίου Αθηνών (Επιβλέπων).
  2. Α. Δανασσής – Αφεντάκης, Καθηγητής  Παιδαγωγικής Παν/μίου Αθηνών – Αντιπρύτανης.
  3. Μ. Μερακλής, Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας Παν/μίου Αθηνών.
  4. Γ. Αμαργιανάκης, Καθηγητής Μουσικολογίας Παν/μίου Αθηνών.                      
  5. Ι. Σταμίρης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας Παν/μίου Αθηνών.
  6. Η. Δήμας, Επίκουρος Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών (Ελληνικοί  Παραδοσιακοί Χοροί).
  7. Μ. Ζωγράφου, Επίκουρος Καθηγήτρια Παν/μίου Αθηνών (Ελληνικοί  Παραδοσιακοί  Χοροί).

 Η Διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «ο Συρτός και ο Μπάλλος στη Νάξο. Χορολογική έρευνα» αποτελεί μια έρευνα με θέμα τους χορούς Συρτό και Μπάλλο στη Νάξο.

Με τον όρο θέμα εδώ εννοούμε μια επιστημονική, συστηματική, ερευνητική θεματοποίηση, η οποία υπόκειται στις επιταγές της σύγχρονης θεωρίας της επιστήμης και της πλουραλιστικής μεθοδολογίας.

Η αιτιολογία για την ερευνητική στροφή προς το θέμα αυτό είναι ότι, έπρεπε να εξετασθεί ο Συρτός και ο Μπάλλος στη Νάξο με βάση την υπόθεση ότι εδώ έχουμε μια συζυγία χορών η οποία αποτελεί κόμβο τυπικών και παραδειγματικών χορευτικών διαδικασιών μεγάλης σημασίας για το χορολογικό διάγραμμα του Ελληνικού Παραδοσιακού χορού γενικά.

Κατά την έρευνα έγινε φανερό ότι ο εντοπισμός ενός χορευτικού φαινομένου έχει συστηματικά χαρακτηριστικά.

Ο τόπος και η χώρα αποτελούν και γεωγραφικούς και ιστορικούς και κοινωνικούς και πολιτιστικούς προσδιορισμούς.

Έτσι, τοπολογία και χορολογία οδηγούν σε έναν ευρύτερο ορίζοντα, ο οποίος ονομάζεται παράδοση.

Έτσι, προτάξαμε στην έρευνα μια πολιτιστική γεωγραφία της Νάξου, η οποία στράφηκε προς μακρογεωμορφολογικά, ιστορικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, οικονομικά στοιχεία, όπως στράφηκε και στη μικροδομή του τόπου αναφοράς της έρευνας.

Εν γνώσει της αμφιλεγόμενης ορολογίας, ορίσαμε ως βάση της ερευνητικής διαδικασίας το πρόβλημα της καθαρής χορευτικής πράξης, το ίδιο το τοπικό χορευτικό φαινόμενο.

Επειδή όμως, σύγχρονη επιστήμη και έρευνα σημαίνει διάγνωση και ανακάλυψη σχέσεων, διατύπωση, εμφάνιση και κατασκευή σχέσεων, το παραπάνω πρόβλημα οδηγήθηκε στους συστηματικούς ιστορικούς και κοινωνικούς του συσχετισμούς και έτσι προέκυψε η διασύνδεσή του όχι μόνο με άλλες περιοχές, αλλά και με άλλες προσεγγίσεις και μεθόδους.

Το πρόβλημα της μεθοδολογίας το χειριστήκαμε με βάση τη θεωρία περί της αναγκαιότητας για το συνδυασμό πολλών μεθόδων προκειμένου να ερευνηθούν πεδία για τα οποία δεν έχουμε ακόμη Δεοντική μιας προϋπάρχουσας και ολοκληρωμένης επιστήμης.

Η έρευνά μας, λόγω των παραπάνω προϋποθέσεων, όφειλε να στηριχθεί στη λογική της έρευνας, η οποία συνδυάζει στοιχεία της έρευνας των επιστημών του πολιτισμού και των Φυσικών επιστημών. Για το λόγο αυτό, αποτέλεσαν βάση της έρευνας τα πρωτόκολλα, οι υποθέσεις, τα θεωρήματα και οι γενικεύσεις που στηρίζονται σε πρωτόκολλα και μόνο.

Έτσι, οι γενικεύσεις έπαψαν να έχουν τον χαρακτήρα της περιγραφής και απόκτησαν συστηματικό χαρακτήρα. Με αυτό δεν υποβιβάστηκε η λεγόμενη περιγραφή, αλλά αναδείχθηκαν η στοιχειώδης ανάλυση, η ανάλυση, η σύνθεση και η γενίκευση με βάση συγκεκριμένη λογική της έρευνας.

Σε σχέση με αυτές τις ερευνητικές αρχές, οι αναλύσεις και οι γενικεύσεις, υποτάσσονται στην επαγωγική μέθοδο και παράγουν πορίσματα τα οποία έχουν θεωρητικό και γενετικό χαρακτήρα.

Ο Συρτός και ο Μπάλλος στη Νάξο, δείχθηκε, υπ’ αυτούς τους όρους, ότι οφείλουν να γίνουν κατανοητοί ως μια διακεκριμένη τοπική χορευτική ενότητα με γενικά χαρακτηριστικά της Νεοελληνικής χορευτικής παράδοσης, δηλ. ότι υπάγονται στον χορολογικό ορίζοντα του Νεοελληνικού χορού.

Η ενότητα αυτή εκδηλώνεται ως φαινόμενο. Ο όρος χορευτικό φαινόμενο δεν σημαίνει απλά χορευτικά δρώμενα ή συμβάντα, αλλά σύστημα σχέσεων με εποχικά χαρακτηριστικά αλλά και νόημα, ουσία και νομοτέλεια σύμφυτη με τη νεοελληνική χορευτική παράδοση.

Αυτή η διαπίστωση ανάγκασε την έρευνα να εξετάσει σε μικροσκοπικό και μακροσκοπικό ορίζοντα τις σχέσεις του τοπικού χορευτικού φαινομένου με τους κανόνες, τους άξονες, τα δομικά στοιχεία και τα movimenta, τις κινητήριες δυνάμεις του Νεοελληνικού χορού.

Τα ερωτήματα, τα προβλήματα, οι υποθέσεις, τα θεωρήματα, οι γενικεύσεις, οι συσχετισμοί και η ερμηνεία των μορφών και των τάσεων όλων των εκδηλώσεων αυτού του χορευτικού φαινομένου έχουν υπαχθεί σε μια μεγάλη διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται ως διαδικασία ταύτισης ή ταυτότητα αυτού του φαινομένου.

Η διαδικασία ταύτισης όφειλε να εξελιχθεί ως διαδικασία αυτοταύτισης και γι’ αυτό όφειλαν και στην έρευνα να αφεθούν να εκδηλωθούν με το δικό τους τρόπο, επακριβώς και αληθινά, όλα τα κέντρα και οι κόμβοι του χορευτικού φαινομένου.

Αυτή η διαδικασία προσέλαβε τα χαρακτηριστικά της γλωσσοποίησης, της γλώσσας, της γλωσσανάλυσης, της αυτοέκφρασης και αυτοσυνειδησίας. Έτσι τα πρωτόκολλα και η λεγόμενη καταγραφή παρακολουθούν σε στενή επαφή με τις εκδηλώσεις του φαινομένου και σε μακρό χρονικό διάστημα, ως παρατήρηση και συμβίωση, τα ίδια τα ερευνόμενα φαινόμενα ως ομιλητικά, επικοινωνιακά, κοινωνικά, πολιτιστικά και ανθρωπολογικά φαινόμενα.

Συνοπτικά, η έρευνα αποτυπώθηκε σε τέσσερα (4) μέρη:

Στο πρώτο μέρος  γίνεται συστηματική αποτύπωση του διαγράμματος του χορευτικού φαινομένου επικεντρώνοντας τα πρωτόκολλα και τις φιλολογικές πηγές σ’ ένα γεωγραφικό και πολιτιστικό τόπο, δηλ. στη Νάξο και ειδικά στον Κινίδαρο.

Έτσι αποτυπώνονται κέντρα που αφορούν στο χορευτικό φαινόμενο, τα οποία ενώ εντοπίστηκαν από την αρχή, σ’ όλη την πορεία της έρευνας ήτανε διαρκώς σε σχέση μεταξύ τους.

Τα κέντρα αυτά είναι:

  • Οι χορευτικές συζυγίες χορών – χορευτών, μουσικών οργάνων – οργανοπαιχτών, μελωδίας – άσματος.
  • Το Σκηνικό, η Τυπολογία, η Διαδικασία, η Διαδικασία κι ο Αυτοσχεδιασμός στον Μπάλλο.
  • Η μελωδία, το τραγούδι -άσμα-, το κοτσάκι και η κινητικότητά του.
  • Η συστηματική θέση του άσματος και της μουσικής μέσα στο συγκεκριμένο χορευτικό φαινόμενο.
  • Οι επικοινωνιακές τάσεις των συντελεστών.
  • Η δημιουργία, συνδημιουργία ως δράση, δράση κοινοτική.
  • Ο χορευτής, ως αμπρουστινός, ως ζευγάρι και οι θεατές.
  • Η αυτοθεώρηση των εντοπίων, η αυτοαξιολόγησή τους.
  • Η δυναμική συμμετοχή των παιδιών και μάλιστα των κοπελιών και των κοπελλουδιών σ’ ένα δρόμο που οδηγεί μέσω του χορού στο γάμο.
  • Το συστηματικό βλέμμα προς τον Μπάλλο, που αντίθετα με την καθημερινή γνώση δεν αποτελεί έναν απλά ερωτικό χορό αλλά και χορό που προσδιορίζεται από σχέσεις οικογενειακές.
  • Οι σχέσεις και μάλιστα έτσι όπως συστηματοποιήθηκαν στο 3ο κεφ. του Δ’ μέρους, δηλ. ένα πλέγμα σχέσεων που αποτελούν και το θεμέλιο στο οποίο εδράζεται και όλο το χορευτικό φαινόμενο στο εν λόγω ερευνητικό κέντρο.

Στο δεύτερο μέρος  γίνεται ανάλυση των στοιχείων του χορευτικού φαινομένου μέσω της διακεκριμένης ενότητας του Συρτού και του Μπάλλου, ως κόμβων και πραγματικών πυρήνων, ήτοι: αναλύονται τα μορφολογικά, κινητικά και χορογραφικά χαρακτηριστικά, αυτά του ύφους, τα σύνδρομα στοιχεία του Μπάλλου, η συμμετοχή, αξιολόγηση και αυτοαξιολόγηση των χορευτών.

Στο τρίτο μέρος  εμφανίζονται μέσω της συστηματικής καταγραφής, αναλύονται και ερμηνεύονται τα «σύμφωνα» στοιχεία του χορευτικού φαινομένου, η εναρμόνια και μελική συμφυΐα, ήτοι το άσμα, η μουσική και οι φωνητικοί εκφραστές τους στον ορίζοντα όχι της μουσικολογίας, αλλά της χορολογίας και ανάγονται στην εναρμόνια και μελική συμφυΐα που εμφανίζουν.

-Τέλος, στο τέταρτο μέρος  διατυπώνονται οι ερμηνευτικές σχέσεις μεταξύ χορευτικής πράξης – μουσικής και τραγουδιού ως σύνδρομης πράξης και ως κοινής (κοινοτικής) δράσης και εμφανίζεται η δυναμική τους και οι επικοινωνιακές τους τάσεις μέσα στη δημιουργική διαδικασία και αέναη ανανέωση του πολιτιστικού χιαστού (χορός) – (άσμα – μουσική) της Κυκλαδικής χορευτικής κοινωνίας.

Γενική θεώρηση :

Η συστηματική ερευνητική τοπολογία όπως αυτή εμφανίζεται στην εισαγωγή ιδίως με την «Πολιτιστική Γεωγραφία» και στο πρώτο και δεύτερο μέρος της Διατριβής με την «καταγραφή» καθιστά εμφανείς συστηματικές μεθοδολογικές τάσεις οι οποίες  εκβάλλουν ήπια και φυσικά στην διερεύνηση του θέματος  ως λειτουργικής διαδικασίας του τοπικού συλλογικού βίου και ως συστήματος χορευτικών, μουσικοασματικών και παραδοσιακών σχέσεων.

Τελικά έχουμε μια έκθεση συγκεκριμένων, χρονολογημένων, ιστορικών, πολιτιστικών, τοπικών και υπερτοπικών πραγμάτων και φαινομένων και την αρμονική υπαγωγή τους σ΄ένα κοινωνικό, ιστορικό και πολιτιστικό ορίζοντα, την κατανόηση του ελληνικού παραδοσιακού χορού ως τοπικού και οικουμενικού φαινομένου και τον ορισμό μιας χορευτικής διαδικασίας με έντονα τοπικά και υπερτοπικά χαρακτηριστικά ως συλλογικής λαϊκής και επικοινωνιακής διαδικασίας και ως συστήματος διαπροσωπικών, διανθρώπινων, ελεύθερων και παραδοσιακών σχέσεων.

Το  «χορεύγω»  υπό τους  όρους αυτούς στη Νάξο είναι στραμμένο προς το άτομο, τις επικοινωνιακές του τάσεις, τις διαλογικές του δυνάμεις και τις ενσωματωμένες μεταμορφωτικές  αρχές  του πολιτισμού των Κυκλάδων.

-Στον Μπάλλο, στον οποίο χορεύει «χώρια ο καθαένας απού τον άλλον, μα σύμφωνα πάλι ο ένας με τον άλλον«, συμπυκνώνεται πολιτιστική δράση. Όλοι δηλαδή οι παράγοντες συνθέτουν μαζί εκφραστικές ενέργειες, που συνταγμένες η μία με την άλλη, σε συμφωνία, έχουν ως αποτέλεσμα τη σωτηρία του βίου της εθνικής Κοινότητας ως Εθνικής παρουσίας και ταυτότητας. Αυτές οι ενέργειες δεν είναι όμοιες μεταξύ τους. Μέσα απ’ αυτή τη διαφόριση προβάλλονται, εκδηλώνονται η ατομικότητα, η συλλογικότητα, η πρωτοτυπία, η ανάμνηση αλλά και η παιδεία, η συνείδηση, η φιλοκαλία και η βεβαιότητα για το μέλλον.

Χορός-μουσική-τραγούδι ως αφομοίωση παράδοσης και κοινωνικής πραγματικότητας δείχνουν μια γενετική λειτουργία, η οποία παρά τις διαταράξεις παραμένει στοιχείο τοπικής πολιτισμικής αυτάρκειας μέσα σ΄ ένα δίκτυο πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων τυπικών για τις Κυκλάδες και τη Νάξο.

-Το χορευτικό φαινόμενο της Νάξου εμφανίζει τις παρακάτω κατηγορίες :

παράδοση & ανανέωση – αφομοίωση & ενσωμάτωση – κανόνες & ελευθερία – εστία & φιλοξενία – κοινότητα & ατομικότητα – μετρική & οικονομία -ένταση & αυτοκυριαρχία – ομορφιά & δοκιμασία – έκδηλον & σαφήνεια – τοπική εσωστρέφεια & ανοιχτό ιδεολογικό ορίζοντα – κίνηση & στάση – ιστορική αυτοσυνειδησία και παραγωγή νέων διανθρώπινων και διυποκειμενικών σχέσεων, ελληνικότητα ως μέτρο οικουμενικής παιδείας & παράδοσης.

            Κλείνοντας την παρουσίαση θα πρότεινα, η έρευνα αυτή να συνεχιστεί ως χορολογική έρευνα, σε επαφή και συνάρτηση με τη λαογραφική, φιλολογική και ιστορική λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα αρνητικά δεδομένα  της εποχής μας, δηλ. την πιθανή αποδυνάμωση, παραμόρφωση και εξαφάνιση των αυθεντικών πηγών.

Η έρευνα και η γνώση του χορευτικού φαινομένου της Νάξου και των Κυκλάδων θα πρέπει να έχει επιπτώσεις οι οποίες θα αφορούν την εκπαίδευση, την πολιτιστική πολιτική και τη σύζευξη οικονομίας και πολιτισμού εξελίξεις που θα αφορούν τη δύναμη της χορευτικής παράδοσης για το παρόν και το μέλλον ελληνικών περιοχών, οι οποίες, τη μεσολάβηση της ενότητας της καλλιέργειας σώματος και πνεύματος, την γνωρίζουν ως πολιτιστική θεωρία και πράξη απ’ την εποχή του Κυκλαδικού Πολιτισμού.

Αξιότιμοι κ. Καθηγητές.

Έχω την τιμή και τη χαρά να βρίσκομαι επί τέλους στην ολοκλήρωση της διαδικασίας της Διδακτορικής μου διατριβής.

Αφού ευχαριστήσω θερμά όσους συνέβαλαν στο επίπονο αυτό έργο, και πρώτα απ’ όλους τους Ναξίους και ιδιαίτερα τους Κινιδαριώτες, οφείλω να σας διαβεβαιώσω ότι εργάστηκα με επιστημονική ευθύνη, με ακρίβεια και πιστότητα στις επιστημονικές επιταγές για την εκπόνηση μιας Διατριβής που αναφέρεται στην επιστήμη, την αλήθεια και τη γνώση νέων και σύνθετων ερωτημάτων, προβλημάτων και πεδίων.

Ο Ηράκλειτος λέει:

«χρυσόν οι διζήμενοι γην πολλήν ορύσσουσιν και ευρίσκουσιν ολίγον», δηλ. όσοι ερευνούν, ψάχνουν για χρυσό, εξορύσσουν πολύ χώμα και βρίσκουν λίγο.

Το αντίθετο συμβαίνει με τη νεοελληνική χορευτική παράδοση. Όσοι ερευνούν το χρυσό αυτής της παράδοσης, έχουν στα χέρια τους πολύ χρυσό και τους μένει τελικά λίγος ως δείγμα ή ψήγματα ενός απέραντου πλούτου.

Εάν κατά την κρίση σας συμβαίνει το ίδιο και με την έρευνά μου αυτή, αυτό θα αποτελέσει για μένα μέγα κέρδος.

Σας ευχαριστώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: